Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιουλίου 8, 2017

Ιωάννης Μασμανίδης

Καὶ ποιὸς τόπος
Δὲν εἶναι ξενιτιὰ
Σὲ κάθε σιωπὴ παραμονεύεις
Καὶ στὸν ἄνεμο
Λείπει ἡ ἀνάσα σου
Ἡ πένθιμη ἀπουσία σου
Περίλυπη ξενιτιὰ εἶναι
Στὸν σταθμὸ ἐπιδέσεως
Τραυμάτων μὲ τὴ λαβωματιὰ
Τὴ φωνὴ σου κουβαλῶ ἀκόμη
Σὰν τὰ κουρέλια ποὺ διαμελίστηκαν
Τελειώνει ἡ ζωὴ
Μὴν ἐλπίζεις ἄλλο
Λέξεις δέν ἔχω γιὰ τὶς πληγὲς
Πόσος χῶρος γιὰ μᾶς
Μένει
Νὰ χωρέσει ἡ ψυχὴ μας
Μὴν κλαῖς
Ἐνδεχομένως ἡττηθήκαμε ἀντάμα
Ἄν τελικὰ
Ἀποτελεῖ μετὰ τήν ἧττα
Καταφυγὴ ἡ ἀγάπη
Ἀγαπήσαμε καὶ χάσαμε καὶ μεῖς
Ἄς μὴν κλαῖμε
Στὸ ἀναπόφευκτο ἄς μείνουμε
Τοῦ θανάτου
Καὶ τοῦ δικοῦ μας
Σαπιόξυλα ἐμεῖς
Ἰριδίζοντες λεκέδες
Παλιᾶς μπογιᾶς σὲ ἀφιλόξενο τοῖχο
Ξέρω ξέρω καλὰ τώρα
Γιὰ τὰ γνησίως ψεύτικα
Τὸ ἔμαθα σωστὰ
Δὲν ὑπάρχει αἰσθητήριο ὄργανο
Ἀνίχνευσης
Μόνο τυφλὴ καρδιὰ
Μᾶς νίκησαν
Ἤ μόνοι νικηθήκαμε
Ἐξημερωμένα ἁρπακτικὰ
Ὀσμίζονται τὸ θήραμα ἀπό μακριὰ
Ιωάννης Μασμανίδης

Ιωάννης Πολέμης

Τὸ παλιὸ βιολί
Ἄκουσε τ᾿ ἀπόκοσμο τὸ παλιὸ βιολὶ
μέσα στὴ νυχτερινὴ σιγαλιὰ τοῦ Ἀπρίλη
στὸ παλιὸ κουφάρι του μιὰ ψυχὴ λαλεῖ
μὲ τ᾿ ἀχνὰ κι᾿ ἀπάρθενα τῆς ἀγάπης χείλη.
Καὶ τ᾿ ἀηδόνι τ᾿ ἄγρυπνο καὶ τὸ ζηλευτὸ
ζήλεψε κι ἐσώπασε κι ἔσκυψε κι ἐστάθη
γιὰ νὰ δεῖ περήφανο τί πουλὶ εἶν᾿ αὐτὸ
ποὺ τὰ λέει γλυκύτερα τῆς καρδιᾶς τὰ πάθη.
Ὡς κι ὁ γκιώνης τ᾿ ἄχαρο, τὸ δειλὸ πουλί,
μὲ λαχτάρ᾿ ἀπόκρυφη τὰ φτερὰ τινάζει
καὶ σωπαίνει ἀκούγοντας τὸ παλιὸ βιολί,
γιὰ νὰ μάθει ὁ δύστυχος πῶς ν᾿ ἀναστενάζει.
Τί κι ἂν τρώει τὸ ξύλο του τὸ σαράκι; τί
κι ἂν περνοῦν ἀγύριστοι χρόνοι κι ἄλλοι χρόνοι;
Πιὸ γλυκιὰ καὶ πιὸ ὄμορφη καὶ πιὸ δυνατὴ
ἡ φωνή του γίνεται, ὅσο αὐτὸ παλιώνει.
Εἶμ᾿ ἐγὼ τ᾿ ἀπόκοσμο τὸ παλιὸ βιολὶ
μέσα στὴ νυχτερινὴ σιγαλιὰ τοῦ Ἀπρίλη
στὸ παλιὸ κουφάρι μου μιὰ ψυχὴ λαλεῖ
μὲ τῆς πρώτης νιότης μου τὰ δροσάτα χείλη.
Τί κι ἂν τρώει τὰ σπλάγχνα μου τὸ σαράκι; τί
κι ἂν βαδίζω ἀγύριστα χρόνο μὲ τὸν χρόνο;
Πιὸ γλυκιὰ πιὸ ὄμορφη καὶ πιὸ δυνατὴ
γίνεται ἡ ἀγάπη μου, ὅσο ἐγὼ παλιώνω.

Ιώαννης Πολέμης

Μὴν κλαῖς
Μὴν κλαῖς, μὴ λὲς πῶς τίποτα δὲ σοῦ ῾μειν᾿ ἐδῶ πέρα.
Σοῦ μένει, ἀπάνω στὰ βουνά, τὸ πέρασμα τῆς μπόρας,
σοῦ μένει ἡ χαραυγὴ μακριὰ στὸ πέλαγο κι ἡ μέρα
κάτω στὸν κάμπο κι οἱ ἐλιὲς καὶ τὸ βουητὸ τῆς χώρας.
Σοῦ μένει ἀκόμα τὸ φτωχό, τ᾿ ἀπάνεμο ἀκρογιάλι,
πού, σὰ βραδιάζει, μέσα του πέφτουν τὰ βράχια, οἱ μῶλοι,
τὰ σπίτια, ὁ γέρος ὁ ψαρὰς ποὺ λάμνει ἀγάλι-ἀγάλι.
Μὴν κλαῖς! Σοῦ μένει ἐκεῖ -γιὰ ἰδές!- ὅλ᾿ ἡ ζωή μας. Ὅλη.
Σοῦ μένει ἐκεῖ μὲ τὴ βουβὴ κι ἀθῴα της γαλήνη,
μὲ τὴ γλυκοχαμόγελη, τὴν ξένοιαστη ὀμορφιά της,
μὲ τὴ σκιά της, τὴ σκιὰ ποὺ ἀρχίζει νὰ τὴ σβήνῃ
σιγὰ-σιγὰ τὸ σούρουπο καὶ τῆς νυχτιᾶς ὁ μπάτης...
(Σκιές) Ἰωάννης Πολέμης (1862-1924): ποιητὴς καὶ θεατρικὸς συγγραφέας ἀπὸ τὴν Ἀθήνα.

Κωστής Παλαμάς

Τ᾿ ὁλόχρυσο ποτάμι Τρέχ᾿ ἡ ματιά μου ἐλεύθερη, χάνεται, σχίζει
κάτου τὰ κύματα τὰ σύννεφα ψηλά,
καὶ πάει καὶ σταματᾷ ἐκεῖ ποὺ γλυκογγίζει
καὶ μὲ τὴ θάλασσα ὁ οὐρανὸς μιλᾷ.
Κοιμᾶται τ᾿ ἀκρογιάλι, ἡ αὔρα πλέει δειλά,
ἀσπρίζει ἐδῶ πουλὶ κι ἐκεῖ οὐρανὸς μαυρίζει.
Ἡ νύχτα ἐχύθ᾿ ἡ δύσις μοναχὰ ροδίζει,
ἡ μέρα εἶναι νεκρὸς ὁποῦ χαμογελᾷ.
Μὰ καὶ τῆς δύσεως σὲ λίγο φεύγ᾿ ἡ χάρη,
καὶ μέσ᾿ στὴ λίμνη μας θὰ δοῦμε τὸ φεγγάρι
ἕνα ποτάμι ὁλόχρυσο πλατὺ νὰ κάμει.
Καὶ τότε θὰ σοῦ πῶ ἀγάπη μου δροσάτη:
-Μέσ᾿ στὴν καρδιά μας, θάλασσα πάθη γεμάτη,
ὁ Ἔρως εἶν᾿ αὐτὸ τ᾿ ὁλόχρυσο ποτάμι.

Κωστής Παλαμάς

Ο ΓΚΡΕΜΙΣΤΗΣ
Ακούστε. Εγώ είμαι ο γκρεμιστής, γιατί είμ' εγώ κι ο κτίστης,
ο διαλεχτός της άρνησης κι ο ακριβογιός της πίστης.
Και θέλει και το γκρέμισμα νου και καρδιά και χέρι.
Στου μίσους τα μεσάνυχτα τρέμει ενός πόθου αστέρι.
Κι αν είμαι της νυχτιάς βλαστός, του χαλασμού πατέρας,
πάντα κοιτάζω προς το φως το απόμακρο της μέρας.
εγώ ο σεισμός ο αλύπητος, εγώ κι ο ανοιχτομάτης•
του μακρεμένου αγναντευτής, κι ο κλέφτης κι ο απελάτης
και με το καριοφίλι μου και με τ' απελατίκι
την πολιτεία την κάνω ερμιά, γη χέρσα το χωράφι.
Κάλλιο φυτρώστε, αγκριαγκαθιές, και κάλλιο ουρλιάστε, λύκοι,
κάλλιο φουσκώστε, πόταμοι και κάλλιο ανοίχτε τάφοι,
και, δυναμίτη, βρόντηξε και σιγοστάλαξε αίμα,
παρά σε πύργους άρχοντας και σε ναούς το Ψέμα.
Των πρωτογέννητων καιρών η πλάση με τ' αγρίμια
ξανάρχεται. Καλώς να ρθει. Γκρεμίζω την ασκήμια.
Είμ' ένα ανήμπορο παιδί που σκλαβωμένο το 'χει
το δείλιασμα κι όλο ρωτά και μήτε ναι μήτε όχι
δεν του αποκρίνεται κανείς, και πάει κι όλο προσμένει…

MINIMA POETICA του Χάρη Βλαβιανού

~Αποσπάσματα~
Η θλίψη των παλιών παπουτσιών. Ξαναφορώντας τα, θυμάσαι ξαφνικά αγαπημένους ποιητές που χρόνια έχεις να διαβάσεις. Προπέρτιος, Αρνώ Ντανιέλ, Τζων Νταν, Σικελιανός… Σήμερα όμως η μέρα είναι θαλερή και το ξεχειλωμένο μοκασίνι ότι πρέπει για έναν περίπατο στον Κεραμικό.
2. Δεν θέλει πια να γράφει στίχους που δαγκώνουν. Θέλει στίχους που να τον βοηθούν ν’ αναπνέει. (Δεν είναι τυχαίο που ο Πάουντ στο κλουβί, σχεδιάζοντας τα Κάντος της Πίζας, διάβαζε Κομφούκιο, όχι Νίτσε.)
3.
Μου αρέσει ο Κ.: έχει τα ίδια ελαττώματα μ’ εμένα, αλλά δεν νιώθει ποτέ ντροπή γι’ αυτά. No second thoughtsever!
4. Ψάχνω στη βιβλιοθήκη του Κολεγίου για τον Λέρμοντοφ, αλλά τον μόνο Ρώσο που βρίσκω στο γράμμα «λ» είναι ο Λένιν. Το ίδιο και στο γράμμα «σ»: τίποτα του Σινιάφσκι, όμως τριάντα βιβλία για τον Στάλιν.
5. Δεν με ενδιαφέρει πια αν ο Πάουντ ήταν οπαδός του Μουσολίνι. Τα ποιήματά του έμειναν, ενώ το φασιστικό καθεστώς του Ντούτσε κατέρρευσε. Αυτό έχει σημασία—ότι η ποίησή του…