Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιουνίου 27, 2017

Emmanuel Aligizakis

ΒΛΕΦΑΡΙΔΕΣ
Στις βλεφαρίδες σου ο χρόνος ακινητεί
άχροο κύμα να κυλά στην άμμο
τιτίβισμα πουλιού
ν’ αναδιπλώνει νότες στα τύμπανα σου
θαλασοταραχή κι’ απανεμιά
και κοκκινίζει ο καμβάς
κι ο ορίζοντας το ηλιοβασίλεμα
τριζόνια ξεκινούν τις άριες τους
περί περίπτυξης και πολλών άλλων
κάτω απ’ της σελήνης την υπόσχεση
κι ο ήλιος κουρασμένος πια
την κλίνη του αναζητά
καθώς εσύ κι εγώ αφηνόμαστε
μες στης εσπέρας την αγκάλη
τα όνειρα της μέρας
πραγματικότητα να κάνουμε
EYEBROWS
Time stays still on your eyebrows
colorless wave lapping on sand
chirp of the last bird
unfolds musical notes
onto your tympanums
sea waves and windless emotion
when the canvas turns bloody
like the horizon at sundown
crickets start their arias
about lovemaking under
the moon’s promises
the tired sun searches for its bed
and you and I let ourselves fall
in the embrace of the evening
the day dreams to turn
into reality
Emmanuel Aligizakis
Συλλογή εν εξελίξει//Collection in Progress
 (art-Gostav Klimt)

Γιώργος Καραγιάννης

~ Ηλιοβασίλεμα σαν παραμύθι… ~
.
Τα σύννεφα έκαναν συμφωνία
με τη θάλασσα,
αυτή να τα γεννά και να τα μεγαλώνει
κι εκείνα να την ομορφαίνουν
όταν ο ήλιος πάει και χαμηλώνει. Γι’ αυτό κάθε ηλιοβασίλεμα
στολίζονται και βγαίνουν απαλά
στο μπαλκονάκι του ήλιου
με τα δροσερά τους φορέματα
σκέτες νεράιδες
και στήνουν μπροστά του
τρελό χορό, χαρούμενο,
για να τον ευχαριστήσουν
για τη μέρα που πέρασε,
για τα δώρα που κέρασε
στον κόσμο.
Κι αυτός απ’ τη χαρά του
βγάζει την παλέτα του
και με το πινέλο του βάφει
με τα ομορφότερα χρώματα
την όψη τους
και με το φως του τα διαπερνά
και χρωματίζει ακόμα
και τη θάλασσα
και την κάνει τόσο όμορφη
που χαίρεται για τα παιδιά της,
που κάθε ηλιοβασίλεμα
τη σκέφτονται
και την κάνουν να χαμογελά
και ν’ αστράφτει
από χαρά και ευτυχία!
.
Γιώργος Καραγιάννης
Ποίημα 2ο, από το βιβλίο μου «Ένα καράβι όνειρα»,
Εκδόσεις Το Κεντρί, Θεσσαλονίκη, 2015.

Πάμπλο Νερούδα (Pablo Neruda)

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΣΩΜΑ Γυναίκειο σώμα, λόφοι λευκοί, πόδια κατάλευκα,
μοιάζεις του κόσμου όπως μου δίνεσαι έτσι.
Το αργασμένο κορμί μου άγρια σκάβει
και σου αναδύει τον υιό και λόγο από της γαίας τα έγκατα.

Είμουνα μόνος και έρημος, σαν το τούνελ καληώρα.
Με έβλεπαν τα πουλιά και φεύγανε,
και μέσα μου όρμαγε η νύχτα πανίσχυρη και καταλυτική.
Για να μείνω ζωντανός, έφτιαξα εσένανε όπλο,
σ'έβαλα βέλος στο τόξο μου, στη σφεντόνα μου πέτρα.

Επέστη όμως της πληρωμής  ο καιρός, κι εγώ σ'αγαπάω.
Σώμα από χνούδι κι από μούσκλια
κι από άπληστο γάλα και κραταιό.
Ω, τ'αγγεία του στήθους! Ω, τα μάτια της απουσίας!
Ω, του εφήβαιου τα ρόδα! Ω, η συρτή και και θλιμμένη φωνή σου!

Σώμα της δικιάς μου γυναίκας,
υπήκοος θα 'μαι πιστός των θελγήτρων σου.
Δίψα μου, πόθε μου ατελεύτητε, αβέβαιε δρόμε μου!
Σκούρες νεροσυρμές, όπου η δίψα αιώνια ακολουθεί,
και ο καματός ακολουθεί, και ο καημός ο απέραντος.


 Μετάφραση:Γιώργος Κεντρωτής


 (Η φωτογραφία από:https://anthologio.wordpress.com/)

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …