Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Φεβρουαρίου 26, 2017

Οδυσσέας Ελύτης~ Ο Χαρταετός~

Κι όμως ήμουν πλασμένη για χαρταετός.
Τα ύψη μου άρεσαν ακόμη και όταν
έμενα στο προσκέφαλο μου μπρούμυτα
τιμωρημένη
ώρες και ώρες.
Ένιωθα το δωμάτιο μου ανέβαινε
δεν ονειρευόμουν – ανέβαινε
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν εκείνο που έβλεπα πώς να το πω
κάτι σαν την «ανάμνηση του μέλλοντος»
όλο δέντρα που έφευγαν βουνά πού άλλαζαν όψη
χωράφια γεωμετρικά με δασάκια σγουρά
σαν εφηβαία – φοβόμουνα και μου άρεσε –
ν’ αγγίζω μόλις τα καμπαναριά
να τους χαϊδεύω τις καμπάνες σαν όρχεις και να χάνομαι… Άνθρωποι μ’ ελαφρές ομπρέλες περνούσανε λοξά
και μου χαμογελούσανε•
κάποτε μου χτυπούσανε στο τζάμι: «δεσποινίς»
φοβόμουνα και μου άρεσε.
Ήταν οι «πάνω άνθρωποι» έτσι τους έλεγα
δεν ήταν σαν τους «κάτω»•
είχανε γενειάδες και πολλοί κρατούσανε στο χέρι μια γαρδένια•
μερικοί μισάνοιγαν την μπαλκονόπορτα
και μου ’βαζαν αλλόκοτους δίσκους στο πικ-άπ.
Ήταν θυμάμαι «Ή Άννέτα με τα σάνταλα»
«Ο Γκέυζερ της Σπιτσβέργης»
το «Φρούτο δεν εδαγκώσαμε Μάης δεν θα μας έρθει»
(ναι θυμάμαι και αλλά)
το ξαναλέω – …

Ποίηση: Δώρα Μεταλληνού

Αυτομόλησα και χάθηκα στους αιθέρες...
Το χέρι που με κρατούσε δεν μπόρεσε να κρατήσει την καλούμπα
Έπαρση τόση...
Άφησα πίσω τους συνταξιδιώτες και παιχνίδισα με τα σύννεφα!
Ξάπλωσα στης ματαιοδοξίας τα απατηλά σεντόνια.
Ημουνα μόνο εγώ! Μόνο ΕΓΩ πήγα τόσο ψηλά!
Στο πέταγμα νότεψαν της ουράς μου τα χάρτινα χάμουρα
Ψηλά ....πιο ψηλά....όλο και πιο ψηλά
Δε σκέφτηκα ούτε μια φορά να κοιτάξω τον αρωγό μου σ' αυτή την ξέφρενη πορεία...
Σε κάποιον πάτησα για να ανέβω
Με της ανεμυαλιάς τον ενθουσιασμό Ικάρια κατορθώματα πραγμάτωσα.
Η ύβρις τιμωρείται!
Ο θώκος δεν κρατάει στο διηνεκές
Μουσκεμένες αυταπάτες,
Μια πιρουέτα στα σύννεφα
κι ύστερα;
Ολοταχώς για επώδυνη προσγείωση
Ένας τσακισμένος σταυραετός
.κουρέλι στα αζήτητα...
Και εκείνο το χέρι που με κρατούσε;
Απόστασε ....
δεν περίμενε πια....
Δώρα Μεταλληνού

Χρήστος Ζουλιάτης~Το Νησί~

"Το νησί"
Δεν φτάσαμε ποτέ εκεί, στο νησί μας.
Χαθήκαμε στα μονοπάτια, πάνω στα ξερολίθια του νότου...
Και το σώμα μας, ματωμένο από τους αγκαθερούς ασπάλαθους.
Δε γευτήκαμε το φρέσκο ψωμί παρά μόνο, κάτι ξεροκόμματα
που φυλάγαμε σαν χρυσάφι για το μεσημεριάτικο φαγί μας.
Που και που, μασουλάγαμε κανένα ξυλοκέρατο.
Και το νερό στο παγούρι λιγοστό,
μόλις που έφτανε να υγράνει τα χείλια μας.
Μάθαμε να πορευόμαστε με τα λιγοστά μας πλούτη.
Πορεία μπροστά.

Είδαμε ανθρώπους να κάθονται γύρω από μεγάλα τραπέζια
με λογής λογής φαγητά και κόκκινο νέκταρ στα ποτήρια.
Όλος ο πλούτος της γης σε πλαστικά τραπεζομάντηλα
και κάτι τεράστια στόματα να καταπίνουν ιδρώτα και αίμα.
Δεν μας φίλεψαν κι η δική μας περηφάνια τους προσπέρασε.
Έπρεπε να φτάσουμε στο νησί, στο δικό μας νησί.
Στο νησί με το πολύ φως
και τα πλατιά χαμόγελα των λιοκαμένων ανθρώπων.

Έπρεπε, λέει, να είμαστε εκεί στο λιμάνι πριν νυχτώσει.
Το βλέπαμε από μακριά και λέγαμε μέσα μας "φτάνουμε".
Να το λιμάνι.
Κι αυ…