Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουαρίου 7, 2017

ΠΟΙΟΣ ΠΡΟΔΩΣΕ ΤΗΝ ΑΓΑΠΗ ΤΗΣ ΑΝΝΑΣ

Του Πέτρου Τσερκέζη

Εικοστό τέταρτο απόσπασμα
Η ΑΦΗΓΗΣΗ ΤΗΣ ΛΟΥΛΑΣ
- μυθιστόρημα

Να σε προσέχω σαν τα μάτια μου, λέει! Να σε προσέχω! Θα μ’ αφήσει όμως να σε προσέχω; Ναι, θα σε προσέχει η Λούλα, άγγελέ μου. Όχι, γιατί προστάζει αυτός ο άχριστος, αλλά γιατί η καρδιά μοθ λέει, να σε προσέξω και να σε προστατέψω. Δεν θα τον αφήσω να πράξει όπως με την mademoiselle Ιζαμπέλ, με την Γαλλίδα χορεύτρια. Την αγάπησα σαν κόρη μου αυτή την κομψή χορεύτρια με το φωτεινό της πρόσωπο. Όλοι πιστεύαμε πως ο Άριστος ο νεότερος είχε ένα μυαλό ξυράφι και δεν θα του ταίριαζε τίποτε άλλο από τις σπουδές στο εξωτερικό. Περισσότερο από όλους πίστευε ο παππούς του, ο Άριστος Βρανάς. Δεν ήταν απλώς πίστη, ήταν βαθιά επιθυμία ο εγγονός του να κληρονομήσει την τεράστια περιουσία του. Ο Άριστος Βρανάς, ή όπως το αποκαλούσαν όλοι: ο γέρο Νικοτιανός ήταν καλλιεργητής καπνών. Όπως είχε πει και ο ίδιος χωρίς να κρύβει την περηφάνια του: «Οι νέοι καιροί, χρειάζονται νέα μυαλά, σπουδαγμένα. Άριστε, Άρι…

ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ- ΠΕΡΙ ΠΟΙΗΣΕΩΣ

Αφ-Ορισμοί Ποιήσεως.
Μια Τρέλα και η τέχνη μας.
Ελκυστικά Εξεζητημένη
Πολυδιάστατα απρόσιτη
Μα λάγνα
Όμοια φυγόκεντρου κορμιού
σαρκώματος εσχάτου
Για να απωθούνται διαγραφόμενες
Πληγές βουβές υπνωτισμένες
Αγγίζοντας πυρήνες Ανιστόρητους
Ναυάγια και σημεία…
Ποίηση είναι να ουρλιάζεις για Δικαίωση
γνωρίζοντας πως δεν υφίσταται Αδικία
δεν υφίσταται φωνή
να εισακουστεί...
Ποίηση είναι να αγνοείς κάθε πυρήνα αδιεξόδου
απλά και μόνο γιατί δεν υφίσταται αντίδοτο.
Ποίηση είναι κάποιο λάβαρο κενό
μονότονα εχθρικό
λυγμικό και χαύνο
σαν παρθένο
που όλο ολοφύρεται
πέρα μακριά από Επαναστάσεις
γνωρίζοντας καλά όλες τις ήττες
και τα αίματα όλα τα πτώματα
ένα-ένα...
Ποίηση είναι ο ανεξακρίβωτος χρόνος υποτροπής
κάθε αλύτρωτα θιγμένου
πόνου όπου οι Φοβίες μεταλλάσσονται σε κάτι Αβέβαια Σκληρό Στυγνό
και χάσκον που γογγύζοντας εξιστορεί λατρεύοντας τα Πάθη όλου του Κόσμου
λίγο προτού κυλήσουνε Ουρανοί Περιφερόμενοι σε Κάποια Φαντασία
ή Κάποια Λήθη.
Ποίηση είναι κάτι Πάναγνα Θλιμμένες
όσιες- άδειες Πό…

Ποίηση:Κωνσταντίνος Χατζόπουλος

Δὲ γυρεύω ξένο
Δὲ γυρεύω ξένο, δὲ ρωτάω κρυφό,
δὲ γυρεύω χάρη.
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχὴ
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.
Καὶ δὲν ἦταν οὔτε ξωτικιὰ
καὶ δὲν ἦταν χέρια
κι ἦταν ἕνα βράδυ πού ῾παιζαν θολὰ
στὸ γιαλὸ τ᾿ ἀστέρια.
Κι ἦρθε ἕνας ἀγέρας κι ἦρθ᾿ ἕνας βοριὰς
κι ἦρθ᾿ ἕνα σκοτάδι,
-ὢ ἀδερφή, χαμένο κάποιο θησαυρὸ
ποὺ θρηνοῦμ᾿ ὁμάδι.
Μὲς στὸ κῦμα ἀνοίγει δρόμο μυστικὸ
δείχνει τὸ φεγγάρι...
Κάτι μοῦ ῾χουν πάρει μὲς ἀπ᾿ τὴ ψυχή,
κάτι μοῦ ῾χουν πάρει.



Πέρασες καὶ εἶχες στὰ μαλλιὰ

Πέρασες καὶ εἶχες στὰ μαλλιὰ
ῥόδα καὶ φῶς καὶ εἶχες στὸ χέρι
κρῖνα λευκὰ καὶ στάχια ἀπ᾿ τὸν ἀγρό·
καὶ σὲ εἶδα καὶ εἶπα κι ἔφτασε
τὸ καλοκαίρι.
Μὰ ἦρθες καὶ σκόρπισες τὰ στάχια στὸ νερό,
τὰ ρόδα στὸν ἀέρα
καὶ μὲ ἕνα κρίνο στάθηκες, ὠχρή,
σὰ φθινοπώρου μέρα.
(Βραδινοὶ θρύλοι)

Ποίηση:Νικήτας Ράντος

Καιρός είναι εμείς να εγκαταλείψουμε τον περίβολο των γκρεμισμένων τειχών της.
Μόνη πια τα βράδια των θερινών μηνών ας παρακολουθεί
τον ήλιο να κρύβεται πίσω από σκουριασμένες στήλες
ενώ για τελευταία φορά παίζει με τις υδάτινες εικόνες του Ιλισού.
Έχουν κατασκευασθεί για να ποτισθούν τα πέρατα της γης με τη δόξα πόλης που πλένεται σε άνυδρο ποτάμι
με ό,τι απομένει από τη δόξα αυτή.
Και δεν υπάρχει ελπίδα να αλλάξει η σύνθεσή των
η κοίτη να σκεπασθεί με πιο πολύ νερό.
Για να πνιγούνε τώρα οι Αθηναίοι πρέπει αλλού να αναζητήσουνε για το λουτρό τους τάφο.






Μένει το μέλλον πίσω μας. Ίσως
να προφτάσομε να χαράξουμε το
ήρθεν η στιγμή.
«Έντεκα και δύο ποιήματα», 2. 13-15. 1963. Αλέξανδρος Αργυρίου, Η ελληνική ποίηση. Ανθολογία-Γραμματολογία: Νεωτερικοί ποιητές του Μεσοπολέμου. Εκδόσεις Σοκόλη, 1979. 71.
























Ποίηση:Μίλτος Σαχτούρης

Ὁ σωτήρας Μετρῶ στὰ δάχτυλα τῶν κομμένων χεριῶν μου
τὶς ὦρες ποὺ πλανιέμαι στὰ δώματα αὐτὰ τ᾿ ἀνέμου
δὲν ἔχω ἄλλα χέρια ἀγάπη μου κι οἱ πόρτες
δὲ θέλουνε νὰ κλείσουν κι οἱ σκύλοι εἶναι ἀνένδοτοι
Μὲ τὰ γυμνά μου πόδια βουτηγμένα στὰ βρώμια αὐτὰ νερὰ
μὲ τὴ γυμνὴ καρδιά μου ἀναζητῶ (ὄχι γιὰ μένα)
ἕνα γαλανὸ παράθυρο
πῶς χτίσανε τόσα δωμάτια τόσα βιβλία τραγικὰ
δίχως μιὰ χαραμάδα φῶς
δίχως μιὰ ἀναπνοὴ ὀξυγόνου
γιὰ τὸν ἄρρωστο ἀναγνώστη
Ἀφοῦ κάθε δωμάτιο εἶναι καὶ μιὰ ἀνοιχτὴ πληγὴ
πῶς νὰ κατέβω πάλι σκάλες ποὺ θρυμματίζονται
ἀνάμεσα ἀπ᾿ τὸ βοῦρκο πάλι καὶ τ᾿ ἄγρια σκυλιὰ
νὰ φέρω φάρμακα καὶ ρόδινες γάζες
κι ἂν βρῶ τὸ φαρμακεῖο κλειστὸ
κι ἂν βρῶ πεθαμένο τὸ φαρμακοποιὸ
κι ἂν βρῶ τῇ γυμνὴ καρδιά μου στὴ βιτρίνα τοῦ φαρμακείου
Ὄχι ὄχι τέλειωσε δὲν ὑπάρχει σωτηρία
Θὰ μείνουν τὰ δωμάτια ὅπως εἶναι
μὲ τὸν ἄνεμο καὶ τὰ καλάμια του
μὲ τὰ συντρίμια τῶν γυάλινων προσώπων ποὺ βογγᾶνε
μὲ τὴν ἄχρωμη αἱμορραγία τους
μὲ χέρια …