Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Πέτρος Τσερκέζης~"ΘΥΕΣΤΕΙΑ ΔΕΙΠΝΑ"

 
Από τη συλλογή "ΘΥΕΣΤΕΙΑ ΔΕΙΠΝΑ"

ΦΙΛΟΤΕΧΝΗΣΑ ΤΟ ΠΟΡΤΡΕΤΟ ΣΟΥ
Φιλοτέχνησα το πορτρέτο σου με κίτρινα φύλλα
Με τα φύλλα ενός φθινοπωρινού δέντρου
Που μου πρόσφερε στροβιλίζοντας ο θυμωμένος αγέρας.
Φιλοτέχνησα το πορτρέτο σου, τη σιλουέτα, τα χέρια που γνωρίζουν τόσο υπέροχα την τέχνη του αγκαλιάσματος.
Το απλανές βλέμμα δεν το ‘πιασα γλιστρούσε, έφευγε αλλού.
Τα φύλλα σιγά-σιγά άλλαξαν χρώμα, έγιναν καφέ,
Πήραν το χρώμα της γης. Ένα κολάζ με το χρώμα της γης
Τότε ήταν που άλλαξε και δάκρυσε ο ουρανός.
Φιλοτέχνησα το πορτρέτο σου με κίτρινα φύλλα
Φιλοτέχνησα το πορτρέτο μιας αιχμάλωτης αγάπης.
Το δέντρο έχασε τη σιλουέτα του,
Έχασε τη σκιά του. Η βροχή που ήρθε δημιούργησε τη λάσπη
Και οι περαστικοί πάτησαν πάνω στο πορτρέτο σου.
Ο αγέρας, ο ήλιος και η βροχή ζύμωσαν τη λάσπη,
Σαν να ζύμωναν ξανά ένα αγαλματάκι
Και μετά σκόνη, σκόνη στο σύμπαν.
Μετά τα πράσινα ξίφη της χλόης
Τρύπησαν το πρόσωπό σου και βγήκαν
Πράσινη καταπράσινη η χλόη πάνω στο παλιό κολάζ
Λες και είχε φυτρώσει κατευθείαν από την καρδιά.




ΑΥΤΟΣ Ο ΑΚΡΩΤΗΡΙΑΣΜΕΝΟΣ ΤΟΠΟΣ
Αυτός ο πουλημένος τόπος είναι η πατρίδα μου.
Κάνω να πλέξω το εγκώμιό της κι όλο οιμωγές ακούω.
Αυτός ο χιλιοτραγουδημένος τόπος είναι η πατρίδα μου,
Έσπερνε τα χωράφια του και με τον Όμηρο ύφαινε ραψωδίες.
Απάτριδος μες σε πατρίδες και άμοιρος μες τη ζωή
Όσες πατρίδες αποκόμισα καμιά δε μου πρόσφερε μητρική στοργή.
Καμιά δε μου άνοιξε την αξιολάτρευτη αγκάλη
Να μου πει με τρεμάμενη φωνή «Ακούμπα εδώ, παιδί μου».
Αυτός ο ρημαγμένος τόπος είναι η πατρίδα μου.
Μαύρο τσεμπέρι στο κεφάλι, κομμάτια μαρμάρου η ψυχή
Και διαβρωμένο πρόσωπο σαν από βάσανα βουνών
Όπου και αν την αγγίξεις πονάει η ψυχή της.
Αυτός ο ακρωτηριασμένος τόπος είναι η πατρίδα μου
Στερέωμα με απολιθωμένους θεούς και μαρμάρινη ραχοκοκαλιά
Πελεκούσε πέτρες σκαλιά για τον ήλιο
Και όλο την φυλάκιζαν μέσα στα σκοτάδια.
Αυτός ο πουλημένος τόπος είναι η πατρίδα μου
Και με κουρέλια και μέσα απ’ τις πληγές, λαμποκοπούν διαμάντια.
Αυτός ο ακρωτηριασμένος τόπος είναι η πατρίδα μου
Περιπλανιέται στην αθλιότητα του κόσμου χωρίς κεφάλι.




Η ΜΥΡΟΥΔΙΑ ΤΟΥ ΣΠΙΤΙΟΥ
Έχει μια μυρωδιά το σπίτι σαν από νοστιμιές,
Σαν από ιδρωμένα πουκάμισα, σαν από αύρα βασιλικού
Σαν να αναβλύζουν εκεί δεκάδες υπόγεια ρυάκια
Από ροδόσταγμα άνοιξης με ανθοδέσμες ροδισμένων φεγγαριών
Έχει μια μυρωδιά το σπίτι σαν από αγιασμό αγαπημένων.
Έχει μια μυρωδιά το σπίτι γλυκιά σαν την αγάπη
Εψές κοιμήθηκα σ’ ένα πολυτελές ξενοδοχείο. Γλεντήσαμε με καλή παρέα. Ως τα μεσάνυχτα μας σέρβιραν τα πιο νόστιμα εδέσματα
Και τα πιο ακριβά ποτά. Πηγαινοέρχονταν οι σερβιτόροι, Λαμποκοπούσαν τα μαχαιροπίρουνα, άστραφταν τα ποτήρια,
Και εξαίσιες μουσικές ηχούσαν στα αυτιά μας
Κοιμήθηκα στα πούπουλα. Ένα γαϊτανάκι ωραίων κοριτσιών χόρευε τριγύρω μας ονειρικά. Μολαταύτα δεν ονειρεύτηκα
Έκαμα ωστόσο ανήσυχο ύπνο.
Έχει μια μυρωδιά το σπίτι σαν την αφοσίωση σαν τη θυσία
Μαράθηκε και στέγνωσε στην αυλή ο σγουρόμαλλος βασιλικός
Έλιωσαν σαν λαμπάδες τα χέρια που τον πότιζαν
και τον κορφολογούσαν,
Κάποια στιγμή άνοιξα το σεντούκι της γιαγιάς και πετάχτηκε από κει η υπέροχη ευωδία του βασιλικού
Με αγκάλιασε, με φίλησε με πήρε από το χέρι
να με πάει σε ονειρεμένα μέρη
Ανέμισε τα σεντόνια και τα ‘καμε φτερά
Με ύλη ονείρων γέμισαν τα διάφανα δωμάτια του δειλινού.
Έχει μια μυρωδιά το σπίτι, έχει μια μυρωδιά…
Ο χειμώνας ήρθε άγριος με παγωνιές και χαλάζια
Τσουρούφλισε τη μοναδική λεμονιά του κήπου
Έπεσαν και σάπισαν τα λιγοστά φρούτα.
Ο ήλιος έμοιαζε θαμπός σας από θλίψη λεμονιάς
Και τον επόμενο χρόνο δεν αξιώθηκε να καρπίσει, στέγνωσε
Και μολονότι στεγνή έμοιαζε άγαλμα στην ομορφιά του κήπου
Έχει μια εξαίσια μυρωδιά το σπίτι σαν από όνειρο
Μια ξανθιά στο δρόμο μου έστειλε ένα ξανθό χαμόγελο
Το βλέμμα της με τύλιξε μ’ έναν τρελό μανδύα
Όταν γύρισα στο σπίτι ένιωθα αμήχανα
Κουράστηκες αγάπη μου, είπε η γυναίκα
Και με δυο δάχτυλα μαγικά ξεκούμπωσε την κούραση
Και την πέταξε στον κάδο των απορριμμάτων
Έβρασε ένα γλυκό χαμομήλι από τα χείλη της
Με τύλιξε με ένα ονειρικό ουράνιο τόξο από τα μάτια της
Και μ’ έβαλε στον ύπνο…
Έχει μια γλυκιά μυρωδιά το σπίτι σαν την αγάπη,
Σαν την αφοσίωση και τη θυσία, σαν το όνειρο.
12 Σεπτεμβρίου 2010



ΓΙΑ ΜΙΑ ΠΗΝΕΛΟΠΗ, ΓΙΑ ΜΙΑ ΙΘΑΚΗ
Περιπλανήθηκα στον κόσμο για μια αγάπη
Για μια Πηνελόπη, για μια Ιθάκη.
Διασταυρώθηκαν στο σώμα μου μυριάδες ξίφη
Μνηστήρες, σταυροφόροι ουκ ολίγοι.
Στο ίδιο τραπέζι δειπνούσαμε με έναν προδότη
Μαχαιροπίρουνα ματιών τρώγαν την Πηνελόπη.
Άστραφταν τα μαχαιροπίρουνα με απειλή
Με αίμα μεθούσαν οι ολύμπιοι θεοί.
Μέσα στην ομίχλη χάνονταν η Ιθάκη
Χάραζαν το κορμί της Πηνελόπης ξιφομάχοι.
Γλεντούσε στα αριστοκρατικά σαλόνια η Ευρώπη
Αντάριαζαν και χάνονταν η Ιθάκη, η Πηνελόπη.
Αχ, μας κούρασε, Οδυσσέα αυτή η μάχη
Για μια Πηνελόπη, για μια Ιθάκη.
Στο μάτι σου Οδυσσέα η θάλασσα δάκρυ
Για μια Πηνελόπη, για μια Ιθάκη.
Ξεψύχησε ο σκύλος της σελήνης στο κατώφλι
Για μια Ιθάκη, για μια Πηνελόπη.
Κρυσταλλώνει, θολώνει η θάλασσα, το μάτι
Για μια Πηνελόπη, για μια Ιθάκη.
Η Ιθάκη όλο φεύγει, φεύγει γίνεται γαλαξίας
Όνειρο η Πηνελόπη και οπτασία.
Δέξου το Οδυσσέα μας το προείπαν οι θεοί
Στην Ιθάκη δε θα φτάσομε ποτέ ζωντανοί.



Ο ΗΛΙΟΣ ΤΩΝ ΠΟΡΤΟΚΑΛΙΩΝ
Τα χαμόγελα των πορτοκαλιών μαλάκωσαν την ψύχρα του Δεκέμβρη. Ξεκρέμασες το σκονισμένο δισάκι και βγήκες να μαζέψεις τον ήλιο τους, να απαλύνεις το άλγος των ημερών.
Σέρνω τα πόδια μου στα λαβυρινθώδεις δρομάκια της αρχαίας πόλης. Αγγίζω τις ρικνωμένες πέτρες. Οι χαίτες των λεόντων είναι από σπασμένα ξίφη. Μη, μη τις αγγίζεις. Θα ματώσουν τα χέρια σου.
Τι με κοιτάς έτσι παράξενα; Δεν είναι τίποτα, τα ρικνή έχουν σκληρύνει το πρόσωπό μου. Είναι η ιδιότητα της αρχαίας πέτρας. Μη φοβάσαι αν σε λίγο θα μεταμορφωθώ σε άγαλμα. Πρέπει να τα συντηρήσουμε αυτά το χρονοφαγωμένα αγάλματα, έστω και αν αφήσουμε πάνω τους κομμάτια από τη σάρκα μας, κομμάτια από τη μορφή μας. Χρονοφαγωμένα τοπία, ερειπωμένα κάστρα που χάνουν το σχήμα τους ξεχασμένα στα περιθώρια του χρόνου. Πληγωμένα αγάλματα και δαγκωμένες πέτρες. Και οι πορτοκαλιές να ρίχνουν τον ήλιο τους μέσα από τις ρωγμές.
Τα δόντια του νερού εχθροί, τα δόντια του χρόνου διαβρώσεις.
Κουτσοί, στραβοί και ανάπηροι αιχμάλωτοι στην αρχαία πόλη. Τραγική πόλη που άνοιξε τα πανιά να ταξιδέψει μέσα στους καιρούς και χάθηκε στους λαβυρίνθους της ιστορίας.
Που να τις διακοσμήσω αυτές τις πέτρες, αυτά τα αγάλματα, αυτούς τους σακατεμένους θεούς, αυτή την τραγική πόλη που πληθαίνει και θεριεύει μέσα στην ψυχή μου; Περιπλανιέται στα περίχωρα της
ιστορίας και δε βρήκε μια ήσυχη γωνιά να ξεκουράσει τα κόκαλά της, να συμμαζέψει τα σπασμένα της μάρμαρα.
Η αγκαλιά μου δε χωράει άλλο, δεν μπορούν άλλο βάρος τα πληγωμένα μου χέρια και η τραυματισμένη ψυχή του τόπου μου.
Ο ήλιος των πορτοκαλιών κάνει την τελευταία προσπάθεια να μαλακώσει τις ρυτίδες της πέτρας μέσα από το νεφέλωμα της ιστορίας.



Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΠΥΡΠΟΛΕΙ
Η Αφροδίτη δεν ξέρει λόγια, δε μιλά
Η Αφροδίτη ανάβει φωτιές, πυρπολεί
Η Αφροδίτη δεν έχει χέρια, δε χαϊδεύει
Η Αφροδίτη ανεμίζει φλογερές σημαίες, πυρπολεί
Η Αφροδίτη δεν έχει χείλη, δε φιλά
Η Αφροδίτη δεν έχει καρδιά, δεν ερωτεύεται
Η Αφροδίτη ανάβει φωτιές, πυρπολεί
Είναι η δύναμη που σε ανεβάζει στους εφτά ουρανούς
Και σε γκρεμίζει αμείλικτη στην κόλαση
Άφωνη φωνή καρδιάς και δύναμη ανυπαρξίας
Συνέχεια χωρίς κεφάλι και σώμα χωρίς συνέχεια
Αόρατη και πανταχού παρόν
Κυανό από ανύπαρκτη θάλασσα και θάλασσα χωρίς ακτή
Σκλαβιά χωρίς δεσμά και ελευθερία χωρίς σύνορα
Ανθηρό δέντρο και κεραυνοβολημένο κούτσουρο
Η Αφροδίτη αφήνει στάχτες
Στο τεφροδοχείο του θυσιασμένου έρωτα.




ΤΟ ΕΙΔΩΛΟ ΤΗΣ ΘΕΑΣ
Έβλεπε το είδωλο της θεάς
Και ψιθύριζε στο κοχύλι του αυτιού της αγαπημένης του.
«Μη μου μιλάς για τα γερατειά
Δεν επιθυμώ να γεράσεις, Αφροδίτη!»
Εκείνη χαμογελούσε
Τη φιλούσε στα χείλη
Τη φιλούσε στα μάτια
Της έστρωνε τις ρυτίδες
«Δε θέλω να γεράσεις, Αφροδίτη!»
Έπεφταν τα λευκά πέταλα στα μαλλιά της
Κι εκείνος τα τίναζε με το είδωλο της θεάς στα μάτια
Χάιδευε τη μεταξένια της σάρκα
Και φώναζε ως το θόλο τ’ ουρανού:
«Δε επιθυμώ να γεράσεις Αφροδίτη!»
Αργυρόκαστρο, 8. 08. 2010




ΟΙ ΣΕΙΡΗΝΕΣ ΤΟΥ ΟΔΥΣΣΕΑ
Είναι πάνω στο σώμα μου
Οι σειρήνες του Οδυσσέα.
Δε θυμάται πότε αρπάχτηκαν στους ώμους μας
Πότε φύτρωσαν στο κορμί μας; Σε ποιο ταξίδι
μπορείς να μου πεις Οδυσσέα, συνταξιδιώτη της θύελλας;
(Δε γνωρίζουμε ακόμα αν έχουν εισδύσει στην καρδιά).
Δε θυμάμαι ούτε με ποιον τρόπο μας κατάκτησαν.
Πάντα μας ξεκούραζε το τραγούδι
Και μας έλκυαν ιδιαίτερα οι μελωδικές φωνές
Τα αφοπλιστικά και ναζιάρικα χαμόγελα,
(όσο ξεχνούσαμε τις Πηνελόπες μας)
Πληθώρα τατουάζ από σειρήνες
Έχουν φυτρώσει πάνω στο σώματά μας,
Μελάνιασε η επιδερμίδα μας και τραγούδια δεν ακούγονται πια.
Από τη στιγμή που μας μάγεψαν οι εαρινές μορφές
Και μας κατάκτησαν έγιναν μουγκές
Θλιμμένες μορφές σε μια στάση λύπης.
Όταν εκείνος κοιμάται, αυτές ξυπνούν
Και αρχίζουν το μελαγχολικό τους άσμα, πιάνουν και το χορό.
Ενώ εγώ ακόμα τραγουδώ σε κατάσταση μέθης
Όταν εκείνος ξυπνάει, αυτές αρχίζουν τα χασμουρητά
Και πάνε για ύπνο, ανοίγουν τα κοχύλια τους και μπαίνουν.
Χάραξαν το δέρμα μας σαν χάρτη ταξιδιών
Στο αίμα μας δεν μπόρεσαν να εισδύσουν ακόμα.
(Θα το καταφέρουν άραγε;)
Πάντως το κέντησαν το δέρμα μας.
Έτσι συμβαίνει πάντα όταν σε κατακτούν
Οι σειρήνες του Οδυσσέα
Λησμονούν το τραγούδι τους
Χάνουν τη μαγεία τους, μένουν χωρίς στόμα
και πριν ναυαγήσουμε πεθαίνουν
στο άγνωστο ακρογιάλι μιας αυγής.
Είδε κανείς δάκρυα στα μάτια μας;
Ας κλάψει αν θέλει ο ουρανός, ας μοιρολογήσει η θάλασσα!




ΕΙΔΕ…
Είδε τα πεσμένα φύλλα στην αυλή
Είδε τον κίτρινο εαυτό του στον ραγισμένο καθρέφτη
Είδε τη σκιά του άλλου να τον ξυρίζει
Είδε τον ήλιο να κατρακυλάει σαν κομμένο κεφάλι
Στο μαύρο γκρεμό της νύχτας και κατάλαβε,
Ήταν η ώρα για μακρινό ταξίδι
Χωρίς εισιτήριο μετ’ επιστροφής
Και αποσκευές.
Χτύπησε και η καμπάνα του εσπερινού
Έκαμε το σταυρό του, είπε την προσευχή,
Έκλεισε τα μάτια και ανέβηκε την αόρατη σκάλα τ’ ουρανού.



Ο ΘΥΜΟΣ ΤΗΣ ΘΑΛΑΣΣΑΣ
Η θάλασσα είναι το γαλάζιο, ατλαζένιο σου φόρεμα που προκαλεί
Οι γλάροι το μαντίλι σου που το άρπαξε ο άνεμος
Τα παπούτσια σου οι βαρκούλες που γλιστρούν χωρίς κουπιά
Τα φιλιά σου ο παιχνιδιάρης ήλιος της θάλασσας
Πότε γλυκά, πότε γλυφά, πότε πικρά
Όταν φεύγεις θυμωμένη οι γλάροι σπάζουν τα φτερά τους,
Τα μαντίλια γίνονται ομίχλη
Το φόρεμά σου εξοργίζει τους ταύρους της θάλασσας
Γίνετε κύμα, θυμωμένο κύμα, θαλασσοταραχή
Που αναποδογυρίζει τις βάρκες
Και με κυνηγά ως την ακτή των άστρων
Η θάλασσα είναι το αναστατωμένο μας σπίτι
Άπειρες φορές έχω βουλιάξει στο βυθό του
Μου έχει σπάσει τα κατάρτια και μου έχει αρπάξει τα κουπιά
Αν κάποια στιγμή δεν βγω στην επιφάνεια
Να ξέρετε με έχουν κατασπαράξει τα αρπαχτικά της θάλασσας
Μ’ έχει αρπάξει ο βυθός, με παρασέρνει η Γοργόνα
Μ’ έχει καρφώσει στην τρίαινα του ο σύμμαχος της, ο βασιλιάς της,
Ο εξαγριωμένος Ποσειδώνας
Αυτή είναι η μεγάλη εκδίκηση της αγάπης
Που αμφιβάλει για την αγάπη
Και παντού βλέπει φαντάσματα, προδοσίες, απάτες
Και σπαρταράει στη ματαιότητα των κυμάτων.
Πέτρος Τσερκέζης
 
 
 
 
 
 
( οι πίνακες από:https://useum.org/artwork/Night-Dream-Irina-Karkabi-2001)


Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







~Σιωπηλός άγγελος~

Γράφουν οι:Μαριάνθη Παπάδη &' Μαριάνθη Πλειώνη
Το έντονο κορνάρισμα από το μπλε Golf, που κινούνταν σαν αστραπή στη Λεωφόρο Κηφισίας έκανε τους οδηγούς να κοιτάνε με απορία τους επιβάτες του, μόλις αυτό βρισκόταν πίσω, πλάι, μπροστά τους. Στο κάθισμα του οδηγού ο Ιάσονας κάθιδρος προσπαθούσε να περάσει, όσο πιο γρήγορα μπορούσε ανάμεσα από τα υπόλοιπα οχήματα, που ανέβαιναν κι αυτά προς τα πάνω. Δίπλα του σωριασμένη με ζωγραφισμένη την αγωνία στο αναψοκοκκινισμένο της πρόσωπο η ετοιμόγεννη Πηγή δάγκωνε τα χείλη της από τις σουβλιές που τρύπαγαν τα σωθικά της οι μικροί κοφτοί πόνοι. Λίγο πριν είχε ανακοινώσει με κλαούρικο* βλέμμα στο σύζυγό της, «πως τα νερά έσπασαν», όπως συνηθίζεται να λένε οι γυναίκες, μόλις φτάσει η μαγική εκείνη ώρα της γέννησης. Κάποιες ώρες αργότερα οι δυο τους παρέα με τα παππούδια, τις γιαγιάδες, αδέλφια και το υπόλοιπο σόι, η ελληνική υποδοχή των βρεφών σε όλο της το μεγαλείο, κοίταζαν με λατρεία το άγνωστο μέχρι τότε πλασματάκι τους. Έν…

ΟΙ ΑΡΕΤΕΣ του Χριστόφορου Τριάντη

Στο τραπέζι του δασκάλου, υπήρχαν σύκα και δροσερό νερό. Καθόταν κάτω από τον πλάτανο της σχολής. Ένας νέος ήρθε να τον δει.Τον πλησίασε. «Ήρθα να γραφώ στη σχολή.Μόνο κοντά σας,θα βρω την αλήθεια». «Ποια  αλήθεια;» «Πώς θα γίνω άριστος!» «Άκου νέε,για να το επιτύχεις αυτό, πρέπει να ακολουθείς σε όλη τη ζωή,κάποιες αρετές.Πρώτα να ‘σαι γενναιόδωρος,  έτσι θα κερδίζεις ανθρώπους.Μετά είναι η ειλικρίνεια,να μη λες ψέματα,στους άλλους και τον εαυτό σου.Ακόμα, χρειάζεται να καλλιεργείς  την εξυπνάδα σου , για ν’ αγαπήσεις και να αγαπηθείς. Υπάρχει και η αρετή της ευσπλαχνίας , αν την “εξασκείς” οι φτωχοί θα σ’ αγαπούν πραγματικά. Τέλος,  ο σεβασμός, αν σέβεσαι τους ανθρώπους  και τον Θεό,  θα γίνεις σοφός».