Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Γιώτα Αργυροπούλου:Λεύκες-Πάρου


ΛΕΥΚΕΣ ΠΑΡΟΥ
Οι μύλοι, οι ξερολιθιές.
Ασβεστωμένα καλντερίμια.
Όλα είναι στη θέση τους και αυτό το καλοκαίρι.

Στην άκρη του χωριού ο παλιός ναοδόμος
-η τέχνη του σε αχρηστία πια-
πουλάει και φέτος του Σεπτέμβρη τη σοδειά
λιαστό κρασί και σούμα.

Η κυρία Μαρία στο καφενεδάκι τής πλατείας.
Η Ζαμπέτα στο μπακαλικάκι της στα Μάρμαρα.
Η παραλία του Καλόγηρου με τα αργιλώδη βράχια.
Γειτονιές του Αρχίλοχου.

Όλα είναι στη θέση τους και αυτό το καλοκαίρι
και το σπουδαίο αληθινά  κι ευγνωμονώ για τούτο
είναι ότι έλαβα τή θέση μου
κι εγώ ανάμεσά τους.
Γιώτα Αγρυροπούλου
''Από την ποιητική συλλογή:Για Σίκινο,Ανάφη,Αμοργό''Εκδ.Gutenberg,Αθήνα 2017.

(αναδημοσίευση από το λογοτεχνικό περιοδικό:''Παριανά''του Νίκου Χ.Αλιπράντη)
(η φωτογραφία είναι της Μαρία-Γωγώ-Ραγκούση,Λεύκες,-Ράμνος)

Σχόλια

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

ΚΛΑΡΙΣΕ~Του Χριστόφορου Τριάντη~

Η Κλαρίσε δούλευε σαν δακτυλόγραφος σε μια εταιρεία. Έμενε μαζί με άλλες τέσσερις κοπέλες σ’ ένα μικρό διαμέρισμα,στη Μπραζίλια.Κυριολεκτικά ήταν η μια πάνω στην άλλη.Η Κλαρίσε δεν μπορούσε να κάνει διαφορετικά, γιατί ήταν ένα φτωχό κορίτσι από την επαρχία και έπρεπε να μοιράζεται το ενοίκιο και τα έξοδα.Μια μέρα τηλεφώνησε στον διευθυντή της και του είπε πως έπρεπε να μείνει κλινήρης,γιατί ήταν άρρωστη.Αυτή η απουσία από τη δουλειά ήταν μια μικρή ευτυχία.Επιτέλους μόνη.Έφτιαξε καφέ και βγήκε  στο μπαλκόνι.Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη  πολλές φορές κι είδε πόσο όμορφη ήταν.Τραγούδησε, χόρεψε.Κατάλαβε πώς ήταν  η ελευθερία για μια νέα γυναίκα.Ήξερε ότι αυτό θα διαρκούσε λίγο,για την Κλαρίσε όμως,ήταν πάρα πολύ.
Τριάντης Χριστόφορος


 (η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Χριστόφορος Τριάντης: ~Ο Χρόνος~

Ο σοφός άκουσε την ερώτηση του αγοριού. «Λοιπόν Μίκαελ,με ρώτησες τι είναι ο χρόνος.Για πες μου πώς λέγεται αυτό που ζούμε τώρα,αυτό που πέρασε,κι αυτό που θα ‘ρθει;» «Εύκολη η απάντηση!»είπε το αγόρι« παρόν,παρελθόν,μέλλον…» Και συνέχισε να ρωτά τον σοφό«Και γιατί δεν φαίνεται ο χρόνος;Γιατί οι άνθρωποι τρέχουν σαν να τους κυνηγά;» «Μίκαελ, ο χρόνος είναι μέσα στην καρδιά του κάθε ανθρώπου.Ανάλογα τι καρδιά έχει,έτσι είναι και ο χρόνοςτου.Μεγαλη καρδιά,όμορφος χρόνος.Υπάρχει και η αντιστοιχία:τα δευτερόλεπτα μοιάζουν σαν τα λουλούδια,οι ώρες σαν το γάργαρο νερό και οι ημέρες,άλλοτε σαν να τις φωτίζει ο ήλιος,κι άλλοτε σαν να τις τυλίγει μια μελαγχολική βροχή…»
Τριάντης Χριστόφορος