Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιούνιος, 2017

Κώστας Καρούσος

Είδες πως αδειάζει το φως της η νύχτα ;
-πως λιχνίζει κι΄αργοκυλούν τ΄αστέρια-
θαμπά και μεσούρανα πάνω στα μάτια σου ;
Σ΄ένα φρύδι-σύνορο με ταξίδεψες
σ΄ένα φρύδι-πέλαγο με ξεπλάνεψες,
Στις γή΄ι΄νες αναρριχήσεις των ματιών σου
μ΄ένα φρύδι φως, πότε μπολιάστηκες ;

Marilou Levanda (Μαρία Γασπαράτου)

ΠΟΤΕ ΜΗ Μ' ΑΦΗΣΕΙΣ
Ποτέ μη μ' αφήσεις...
στης αγκαλιάς σου τα μεθυσμένα κύματα
ταξίδεψε με...
φυλάκισε με στων ματιών σου
τα μαγικά νησιά...
για πάντα μέσα τους
σα ναυαγός να ζήσω...
κι όταν καράβια θα περνούν
θα κρύβομαι...
να μη με πάρουνε μαζί τους...
πατρίδα μου να 'χω τα μάτια σου...
Ποτέ μη μ' αφήσεις...
μια λέξη άσε με να γίνω
στα χείλη σου
που όμως ποτέ σου δε θα ξεστομίσεις...
σα μυστικό ιερό
να υπάρχω μέσα σου
που όσο ζεις δε θα με μαρτυρήσεις...
Ποτέ μη μ' αφήσεις...
μέσα στη σκέψη σου να μείνω...
σαν ένα όμορφο τραγούδι αγαπημένο
που όταν ξυπνάς κάθε πρωί θα τραγουδάς...
σε μια μικρή γωνίτσα της ψυχής σου
να μείνει έστω
τ' όνομα μου χαραγμένο...
κι όσο μακριά κι αν πας
μαζί σου να το κουβαλάς...
Marilou Levanda
(Μαρία Γασπαράτου)

Εύα Λόλιου.

Μου άρεσαν τόσο τα δέντρα
που απαρνήθηκα το ''μυρμήγκι''
που με γέννησε.
Για μάνα παραδεχόμουν τη γη.
Στα σπλάχνα της η αναγέννηση.
Άρχισα να τινάζω κλαριά
στο κορμί μου.
Γιατί μου άρεσαν τα δέντρα,
οι μυώδεις κορμοί τους
τα λεπτεπίλεπτα κλαριά τους
π' ανθίζουν πάνω τους
τρυφερούδια τα άνθη.
Αβίαστα πώς ψηλώνουν..
φτάνουν στον ουρανό
να γαντζωθούν απ' τα άστρα,
πολυέλαιοι που φέγγουν
τα μαύρα μονοπάτια του κόσμου.
Κόρφοι τρυφερότητας
για τα ορφανά αγριοπούλια.
Κι εκείνες οι νύμφες του δάσους
πώς γεννιούνται απ' την ψυχή τους.
Τρέφονται με ρετσίνι
μετουσιώνοντας πεταλούδες
και μεταξοσκώληκες.
Για μάνα παραδεχόμουν τη γη,
απαρνήθηκα τον άνθρωπο.
Άρχισα να τινάζω κλαριά
στο κορμί μου
και πριν ριζώσουν τα πόδια μου
πρόλαβα να ανέβω σε αυτή
την βουνοκορυφή για να σας
μιλήσω.
Ανεβείτε στα κλαριά μου,
ν' αγγίξουμε τον ουρανό.
Ακόμη νοιάζομαι.
Υπάρχει μια φλέβα
κόκκινη, ρέει στα φυλλοκάρδια μου,
η αιτία να μ' απασχολούν τα
μικρά ''μυρμήγκια…

ΙΩΑΝΝΗΣ ΤΟΥΜΠΑΣ

"ΒΡΟΧΗ"
Μισό αστέρι αγάπησε μισό σύννεφο και ανέβηκαν μαζί στην πλάτη του
ολόκληρου το μέλλον να αγναντέψουν.
Τα σίδερα από τα κάγκελα ήταν χοντρά.
Το σύννεφο ήξερε ότι φαντάζεται τ' αστέρια πιο
πολύ από όσο το φαντάζονται αυτά.
Από το βάρος της στιγμής το ολόκληρο, γονατίζει και σπάει.
Αλλού το σύννεφο, αλλού το ολόκληρο, αλλού το αστέρι.
Το σύννεφο είπε
Χωρίς εσένα η φύση μέσα μου είναι νεκρή
και άρχισε η βροχή. Γ.Τ.

Σταύρος Μπουρδάκης

Η ΑΕΝΑΗ ΣΥΝΑΞΗ
Κοίτα με!Γελώ σαν μίμος,
έλα,πάμε θαρρετά.
Σ'έναν κόσμο μ'οπτασίες
που χορεύουν τρυφερά.

Η λάμψη κει μορφώνεται
και γίνεται σαν ύλη.
Την πλάθουν,τηνθεριεύουνε
σαν μια πελώρια σμίλη.

Και κάθονται ανάεροι
και βλέπουνε τι φτιάξαν.
Θαυμάζουνε περίτρομοι
τον χρόνο που δαμάσαν.

Σταύρος  Μπουρδάκης







(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Βασιλική Δραγούνη

Emmanuel Aligizakis

ΒΛΕΦΑΡΙΔΕΣ
Στις βλεφαρίδες σου ο χρόνος ακινητεί
άχροο κύμα να κυλά στην άμμο
τιτίβισμα πουλιού
ν’ αναδιπλώνει νότες στα τύμπανα σου
θαλασοταραχή κι’ απανεμιά
και κοκκινίζει ο καμβάς
κι ο ορίζοντας το ηλιοβασίλεμα
τριζόνια ξεκινούν τις άριες τους
περί περίπτυξης και πολλών άλλων
κάτω απ’ της σελήνης την υπόσχεση
κι ο ήλιος κουρασμένος πια
την κλίνη του αναζητά
καθώς εσύ κι εγώ αφηνόμαστε
μες στης εσπέρας την αγκάλη
τα όνειρα της μέρας
πραγματικότητα να κάνουμε
EYEBROWS
Time stays still on your eyebrows
colorless wave lapping on sand
chirp of the last bird
unfolds musical notes
onto your tympanums
sea waves and windless emotion
when the canvas turns bloody
like the horizon at sundown
crickets start their arias
about lovemaking under
the moon’s promises
the tired sun searches for its bed
and you and I let ourselves fall
in the embrace of the evening
the day dreams to turn
into reality
Emmanuel Aligizakis
Συλλογή εν εξελίξει//Collection in Progress
 (art-Gostav Klimt)

Γιώργος Καραγιάννης

~ Ηλιοβασίλεμα σαν παραμύθι… ~
.
Τα σύννεφα έκαναν συμφωνία
με τη θάλασσα,
αυτή να τα γεννά και να τα μεγαλώνει
κι εκείνα να την ομορφαίνουν
όταν ο ήλιος πάει και χαμηλώνει. Γι’ αυτό κάθε ηλιοβασίλεμα
στολίζονται και βγαίνουν απαλά
στο μπαλκονάκι του ήλιου
με τα δροσερά τους φορέματα
σκέτες νεράιδες
και στήνουν μπροστά του
τρελό χορό, χαρούμενο,
για να τον ευχαριστήσουν
για τη μέρα που πέρασε,
για τα δώρα που κέρασε
στον κόσμο.
Κι αυτός απ’ τη χαρά του
βγάζει την παλέτα του
και με το πινέλο του βάφει
με τα ομορφότερα χρώματα
την όψη τους
και με το φως του τα διαπερνά
και χρωματίζει ακόμα
και τη θάλασσα
και την κάνει τόσο όμορφη
που χαίρεται για τα παιδιά της,
που κάθε ηλιοβασίλεμα
τη σκέφτονται
και την κάνουν να χαμογελά
και ν’ αστράφτει
από χαρά και ευτυχία!
.
Γιώργος Καραγιάννης
Ποίημα 2ο, από το βιβλίο μου «Ένα καράβι όνειρα»,
Εκδόσεις Το Κεντρί, Θεσσαλονίκη, 2015.

Πάμπλο Νερούδα (Pablo Neruda)

ΓΥΝΑΙΚΕΙΟ ΣΩΜΑ Γυναίκειο σώμα, λόφοι λευκοί, πόδια κατάλευκα,
μοιάζεις του κόσμου όπως μου δίνεσαι έτσι.
Το αργασμένο κορμί μου άγρια σκάβει
και σου αναδύει τον υιό και λόγο από της γαίας τα έγκατα.

Είμουνα μόνος και έρημος, σαν το τούνελ καληώρα.
Με έβλεπαν τα πουλιά και φεύγανε,
και μέσα μου όρμαγε η νύχτα πανίσχυρη και καταλυτική.
Για να μείνω ζωντανός, έφτιαξα εσένανε όπλο,
σ'έβαλα βέλος στο τόξο μου, στη σφεντόνα μου πέτρα.

Επέστη όμως της πληρωμής  ο καιρός, κι εγώ σ'αγαπάω.
Σώμα από χνούδι κι από μούσκλια
κι από άπληστο γάλα και κραταιό.
Ω, τ'αγγεία του στήθους! Ω, τα μάτια της απουσίας!
Ω, του εφήβαιου τα ρόδα! Ω, η συρτή και και θλιμμένη φωνή σου!

Σώμα της δικιάς μου γυναίκας,
υπήκοος θα 'μαι πιστός των θελγήτρων σου.
Δίψα μου, πόθε μου ατελεύτητε, αβέβαιε δρόμε μου!
Σκούρες νεροσυρμές, όπου η δίψα αιώνια ακολουθεί,
και ο καματός ακολουθεί, και ο καημός ο απέραντος.


 Μετάφραση:Γιώργος Κεντρωτής


 (Η φωτογραφία από:https://anthologio.wordpress.com/)

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …

Ιουλία Κορμέντζα

Με πόθο ψυχής
χρόνια σπατάλησα ν’ αναζητώ
στην γήινη πατρίδα
την πάγκαλη ομορφιά ζωής.
Μα ακόμη δεν την είδα
σε αυτόν τον κόσμο που ζω.
Και σαν παραδέρνει το μυαλό,
με της ψυχής τις φτερούγες
αεροβατώ
στου ονείρου τις ρούγες
εκεί που ευφραίνεται η καρδιά
με των άστρων την παρέα.
Κι όποιος με κοιτά
και με ειρωνεία με ρωτά
-πότε απ’ τα σύννεφα θα κατεβείς;
Του χαμογελώ
και του απαντώ ευθύς.
Ποτέ! Μου αρέσει πάρα πολύ η θέα
πάνω εδώ!
Κι είναι όλα τόσο φανταστικά κι ωραία
ψηλά στον ουρανό!
Έλα κι εσύ, το μπορείς,
με τις δικές σου φτερούγες ν’ ανεβείς
την ομορφιά του απείρου να δεις
ΙΟΥΛΙΑ ΚΟΡΜΕΝΤΖΑ

Χριστόφορος Τριάντης

Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ   Ο ζωγράφος Μαριάνο Νεγκρίν ήταν αναγκασμένος να ζει στο παλάτι και να ζωγραφίζει –αποκλειστικά- τον βασιλιά, την οικογένειά του και τις εκδηλώσεις που συμμετείχαν.Στη βασιλική αυλή,περιτριγυριζόταν από εκφυλισμένους πρίγκιπες,γελοίους παλιάτσους,διεφθαρμένους υπουργούς, από πρόσωπα που ήταν αλυσοδεμένα με τύψεις και ποταπές εξομολογήσεις.Στις πόλεις της χώρας,κυριαρχούσαν:οι εκτελέσεις,ο φόβος,η καταπίεση.Για όλα αυτά,ο Νεγκρίν δεν έβγαινε τη μέρα,προτιμούσε –πάντα- τη νύχτα.   Οι ζωγραφιές του αναζητούσαν τη σακατεμένη αθωότητα, τ’αρώματα των αστεριών και της σιωπής.Επιθυμούσε τα χρώματα της νύχτας,τις μυστικές φωταψίες,για να ξεπεράσει τη θλίψη και την ασχήμια,αδειάζοντας –νοσταλγικά- τον χρόνο.Οι πίνακές του ήταν ο κώδικας επικοινωνίας με τους άλλους καλλιτέχνες,με το σύμπαν,με τον Θεό. 
Τριάντης Χριστόφορος


 (ο πίνακας από:https://pixabay.com/)

Εύα Γεωργίου

Κάθε φορά που μιλούσες για τη δική σου άνοιξη... τραγουδούσα... για την δική μου θάλασσα που τόσο πολύ νοσταλγούσα... Σήμερα... η κάθε φλόγα θανάτου συμπορεύεται με το δικό μου καλοκαίρι... (ε.γ.)
Έκλαψε πάλι ο στίχος Είναι οι καινούργιες λέξεις που του φόρεσες… Δεν ταίριαξαν στο μέτρο του Θλιμμένος και ανέλπιδος ψάχνει τώρα την ταυτότητά του… «Ντεμοντέ» σου λέει Σε παρακαλά να τον κρύψεις βαθιά στα συρτάρια Ξέρει πολύ καλά ότι η μόδα κάνει ταξίδια αλλά... κάποτε επιστρέφει… (ε.γ.) Κουράστηκαν τα λάθη με όλες σου τις διορθώσεις Η γόμα τα μουντζουρώνει πιότερο Η κάθε σου επίμονη προσπάθεια να τα στομώσεις πληγώνει Τώρα όλα σε χλευάζουν Οι επιλογές σιγά σιγά σε εγκαταλείπουν Τα μεγάλα λάθη δεν σβήνονται… Οι μύχιες σκέψεις σου επέβαλαν αντιγραφή… σε λευκή κόλλα Πιστό αντίγραφο... το μαύρο σου μολύβι…! (ε.γ.) Eva Georgiou

Θάνος Πάσχος

Η χαρά είναι ανυπεράσπιστη
Ένα λιβάδι με παπαρούνες
Απότιστο
Καίγεται από το καύμα της καθημερινότητας.
Και εσύ που περίμενες τη σελήνη
Και εγώ που ανέμενα το φως
Ξεχάσαμε να κοιτάξουμε μέσα μας
Να έχει φρέσκο νερό το βάζο.
Μας έμεινε το κόκκινο χρώμα στα χέρια
Γλυκιά μου αυταπάτη.
Θάνος Πάσχος 
(Ο πίνακας του ,Κλώντ Μονέ  Λιβάδι με παπαρούνες)

Ο πίνακας του Μονε... Λιβάδι με παπαρουνες...

ΙΟΣΙΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ (1940-1996)

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ Τηλέμαχέ μου,
ο τρωικός πόλεμος
τέλειωσε. Ποιος νίκησε – δε θυμούμαι.
Θα πρέπει να ’ναι οι Έλληνες: Τόσους νεκρούς
ν’ αφήσουνε στα ξένα μόνο οι Έλληνες μπορούν…
Ωστόσο της επιστροφής στην πατρίδα
ο δρόμος στάθηκε πολύ μακρύς,
σάμπως ο Ποσειδώνας, όσο εμείς εκεί
χάναμε το χρόνο μας, επέκτεινε το χώρο.
Δε γνωρίζω το πού βρίσκομαι,
τι βρίσκεται μπροστά μου. Κάποιο βρόμικο νησί,
θάμνοι, χτίσματα, γρούξιμο χοίρων,
πυκνοβλαστημένος κήπος, κάποια βασίλισσα,
χόρτα και πέτρες… Γλυκιέ Τηλέμαχε,
όλα τα νησιά μοιάζουνε μεταξύ τους
όταν ταξιδεύεις καιρό πολύ και το μυαλό
αρχίζει να ξεχνά, τα κύματα μετρώντας,
το μάτι, ενοχλημένο απ’ τον ορίζοντα, δακρύζει
κι η σάρκα του νερού φράζει την ακοή.
Δε θυμάμαι, πώς τέλειωσε ο πόλεμος
και πόσων χρονών είσαι τώρα δε θυμάμαι.
Μεγάλωνε, Τηλέμαχέ μου, μεγάλωνε.
Μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν ποτέ θα ιδωθούμε.
Δεν είσαι πια εκείνο το παιδί
που μπροστά του τους ταύρους συγκρατούσα.
Αν δεν ήτανε ο Παλαμήδης, θα ζούσαμε μαζί.
Όμως μπορεί και να ’χε δίκιο. Χωρίς εμένα
απ…

Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke,

ΠΕΡΝΩ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ
Περνώ τη ζωή μου
σε κύκλους που ολοένα ανοίγουν,
και πάνω απ’ τα πράγματα ξεμακραίνουν.
Τον τελευταίο ίσως να μην τον κλείσω,
μα να πασκίσω οι λογισμοί μου κραίνουν. Γύρω απ’ τον Θεό περιστρέφομαι,
τον πανάρχαιο τούτο πύργο,
χιλιάδες χρόνια τώρα γυρίζω –
κι αν είμαι γεράκι, θύελλα ή άσμα βουερό,
ακόμα αυτό δεν το γνωρίζω. (I, 253,1899) ΜΕΣΑ ΑΠ' ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΣΟΥ ΤΟ ΔΙΑΒΑΖΩ
Μέσα απ’ τον Λόγο σου το διαβάζω,
κι απ’ τις κινήσεις των χεριών σου,
που πλαστουργώντας
τρυφερά στρογγυλεύαν
περίγραμμα στο καθετί,
ζεστά, μα και γεμάτα σοφία.
«Ζωή» έκραξες, και ψιθύρισες «θάνατος»
κι είχες στα χείλη τη Λέξη «υπάρχω». Μα ο φόνος πρόλαβε τον πρώτο θάνατο.
Σχισμή τότε πέρασε
τους ώριμους κύκλους σου,
και κραυγή εσηκώθη
τις φωνές υφαρπάζοντας,
πού είχανε μόλις συναχθεί
ολόγυρά σου να μιλήσουν,
ολόγυρά σου να κρατήσουν
τη γέφυρα όλου του χάους. Κι ό,τι έκτοτε ακούς να τραυλίζουν,
θρύψαλα είναι
του παλαιού σου Ονόματος. (I, 257,1899) 
 Mετάφραση,Ανδρέας πετρίδης



foto-art-http://artoflivingguide.o…

Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke)

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΕ 'Ο,ΤΙ ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΙΠΩΘΕΙ
Πιστεύω σε ό,τι ακόμα δεν έχει ειπωθεί.
Να Λευτερώσω θέλω
τα πιο ευσεβή μου αισθήματα.
Ό,τι κανείς δεν τόλμησε ακόμα να ποθεί,
ακούσια ξάφνου μου οδηγεί τα βήματα. Αν τούτο είναι ασέβεια, συγχώρεσέ με Θεέ μου.
Όμως αυτό θέλω μονάχα να σου πω:
Τη δύναμή μου την πιο ακριβή,
όπως αρχέγονη ορμή τη θέλω νά ‘ναι,
έτσι χωρίς θυμό και δείλιασμα κανένα,
όπως κι η αγάπη των παιδιών για σένα. Με τούτο το πλημμύρισμα να γιγαντώνει,
μ’ αγκάλες διάπλατες
στο πέλαγος εκβάλλοντας το ανοιχτό,
μ’ αυτό τον γυρισμό που όλο φουντώνει,
να σε πρεσβεύω και να σε δοξάζω ποθώ
όσο ποτέ άλλος κανένας. Κι υπεροψία αν φαίνεται,
σ’ αυτήν άφησέ με
την προσευχή μου να κάνω,
που βλοσυρή στέκει και μόνη
προ του μετώπου Σου, που νέφος ζώνει. (I, 259,1899)  ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΝΥΧΤΑ
Οι νύχτες δεν γίνηκαν για το πλήθος.
Από τον γείτονα σου η νύχτα σε χωρίζει,
να τον ζητάς γι’ αυτό δεν πρέπει.
Κι αν νύχτα φως στην κάμαρά σου ανάψεις,
ανθρώπους καταπρόσωπο για να κοιτάξεις,
έτσι και ποιον…

Στέλιος Κοντοδήμος

ΠΑΡΕ ΜΕ ΣΤΟ ΌΝΕΙΡΟ
Σαν όνειρο σχημάτιζα την μορφή σου...
Η λάμψη σου γκρέμισε το σκοτάδι...
Η ψυχή μου αναρριχήθηκε στον ουρανό...
Χάθηκε σαν άγγελος στ' απέραντο γαλάζιο...
Φλέρταρε λεηλατώντας τις ηλιαχτίδες στο σύμπαν...
Λάφυρο άρπαξε το φως απ' τη πανσέληνο...
Έντυσε την μορφή σου να λάμπεις...
Στον ωκεανό της όρασης σου θα κολυμπώ...
Στην κύτη του κορμιού σου βυθίζομαι...
Με τις άκρες των δαχτύλων...
Ακρωτηριάζω τρυφερά την ύπαρξη...
Ιχνηλατώντας τις άγνωστες καμπύλες σου...
Αποτύπωσα το σώμα μου στο δικό σου...
Γεύτηκα τα υγρά σου χείλη...
Ταξίδεψα...
Φυλάκισα τις ανάσες σου μέσα μου...
Εξιτάροντας τις αισθήσεις μας στην Ανατολή...
Οι επιθυμίες κατά-δίκασαν την δύση σε θάνατο...
Προσκυνώ με ευλάβεια την γένεση των στιγμών...
Σφαλίζω τα μάτια πριν εισχωρήσω στο όνειρο...
Χτίσαμε την ζωή μας στον παράδεισο...
Η αγάπη σκόρπισε έντονα το πάθος σε ωκεανό...
Παλίρροια οργασμών μας...
Χάραξα την ηδονή έντονα στα σπλάχνα μας...
Το όνειρο στάθηκε αδύναμο να παρα-μείνει όνειρο...

Ελισσαίος Βγενόπουλος

ΕΠΙΓΝΩΣΗ
βιαστικά προσπέρασε με μια αγκαλιά ξεραμένα περιστατικά
και μπήκε στο προαύλιο με τ’ ανακατεμένα γεγονότα
και τις τεθλασμένες σκέψεις
από τη γωνία ξεπρόβαλαν
μια σειρά κοντομάνικες ανησυχίες
και παρατάχθηκαν με την πλάτη
στον ασπρισμένο τοίχο της αβεβαιότητας
στάθηκε στη μέση ενός πυροβολισμού
με τα μάτια ριγμένα στη γη
και τους συμβιβασμούς χωμένους στο τσεπάκι
της επίγνωσης
ακούστηκε το ποδοβολητό μιας άρνησης
κι ύστερα η σιγή δάγκωσε το λαιμό του εφικτού
με μια κίνηση μέριασε συμβάντα και προβλέψεις
χώθηκε στο περιβόλι της βεβαιότητας
εκεί πάντα ξαπόσταινε όσο τον άφηναν
οι αιχμές της ενοχής
27.3.17                                                                     Ελισσαίος Βγενόπουλος

Φωτό:Αγγελική Βγενοπούλου