Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Ιανουάριος, 2017

Τριάντης Χριστόφορος,~Ο Σκηνοθέτης~

Τις ταινίες μου δεν τις γύριζα για να γίνω διάσημος και να χωθώ στις υπώρειες του Χόλυγουντ.Τα έργα που σκηνοθετούσα περιείχαν όλα όσα με βασάνιζαν,όσα μ’ έπνιγαν,όσα με αηδίαζαν,όσα αγαπούσα και αποκάλυπταν το φως,πίσω απ’ τις εικόνες. Ως σκηνοθέτης αντιμετώπιζα τα αντικείμενα,όχι σαν άψυχα κομμάτια πεθαμένων σκηνικών,αλλά σαν ζωντανά εργαλεία που «έπαιζαν» κι αυτά,ξεπερνώντας τη στατικότητά τους. Αλλά και οι ήρωες των ταινιών μου,ενώ φαίνονταν «στάσιμοι»,μέσα τους έκρυβαν πάθη και πληγές. Οδηγούνταν στην κάθαρση,απελευθερώνοντας το κοινό. Οι σκηνοθετικές μου παρεμβάσεις είχαν ως αρχή,το έργο να ‘ναι σαν ένας  διάφανος καθρέπτης.Ο θεατής βρίσκεται και στις δυο πλευρές,βλέποντας εκεί την προσωπική του αλήθεια ή κάποια ξεχασμένα κομμάτια της. Χριστόφορος Τριάντης 

 ( ο πίνακας είναι του Gustave Dore)

Ποίηση~Μοσκιού Λίτσα ~Απ'Της Ψυχής τ' Απόσταγμα~

Φωτόπουλος Μίμης,Αδελφέ μου...

ΑΔΕΛΦΕ ΜΟΥ άγνωστε, που κάποιο πρωινό πικρό, μουντό, βροχερό,  καρφώθηκαν τα μάτια μου μ' αγωνία πάνω στο άσπρο πτώμα σου  στο πεταμένο πτώμα σου στην οδόν Αθηνάς. Κι είδα γύρω σου λυωμένα τα όνειρα σου μαδημένες τις ελπίδες σου άνθρωπε μου πονεμένε άγνωστη παρέα μου στην απέραντη γη μας.  Συγχώρεσέ με που δεν στάθηκα ώρες ατέλειωτες να σε κυττάζω με συμπόνοια, να κλάψω για το χαμό σου πάνω στο πτώμα σου να προσευχηθώ.  Πεινούσα πολύ  κι είχα πάρει τους δρόμους  με παγωμένα πόδια με παγωμένη σκέψη και γυρόφερνα την αγωνία μου στα σκουπίδια.  Κάθε τόσο χτυπούσαν την πόρτα μου  οι χαφιέδες του θανάτου φορώντας τον μαύρο μανδύα των πένθιμων νυχτιών του Γενάρη. Αυτοί είχαν βάλει τ' άστρα στην τσέπη τους είχαν κλειδώσει τον ήλιο.  Κι εμείς είχαμε μείνει στο σκοτάδι με συντροφιά τα καρφιά του γεροχειμώνα. Σαν παντιέρα συνδικάτου  που αργοκινιέται σε πένθιμη παρέλαση έγερνε η καρδιά μας στο ρημαγμένο ιστό  του κορμιού μας. Η κόλαση που είχε υφάνει η αράχνη των ψευτοχριστιανών…

Ζορμπάς Θάνος~Πικρία~

''' Αν στη βελόνα η κλωστή
από τη τρύπα τη σωστή
περάσει μέσα,
το μάγι θέλει να λυθεί ..
φορές τρείς σε ν' απαρνηθεί
και μιά κοντέσσα '''
         ***
Πικρία
Λέν πως λυγάει το δεντρί
απο ψακί, απο κεντρί
φαρμακωμένο,
αν μαύρος σκύλος π' αλυχτά
στα παραθύρια τ' ανοιχτά
~ δει άστρο ξένο.
Τ' αγέρι που λυσσομανά
τ' αγιάζι που χτυπά ξανά
ποτέ δε σκιάζει;
χιόνι βροχή και παγωνιά
ο χάρος βγήκε παγανιά
μη σε φωνάζει;
Τι συ φοβάσαι να μου πείς;
με ήχο πές μου της σιωπής
και ομολόγα:
μην είναι δράκος ή θεριό,
σίχαμα, βδέλυγμα, χτικιό,
κόλασης φλόγα;
Στο χέρι το δεξί κρατάς
σαν άβυσσος π' ακροπατάς
~ Μάη στεφάνι,
τον Αχερόντιο πυρσό
το φως του λίκνου το χρυσό
που κύκλους κάνει.
Χειμώνας ήρθε στη ψυχή
άλικο αίμα, αμυχή
δεν απομένει,
ξύλο δεν έχει η φωτιά
μήτε και ούρειο νοτιά
γι' αυτό και γέρνει.
Την άνοιξη <με ροδανθό
και με χρυσό στάχυ ξανθό>
τη παινεμένη,
προσμένει, τη μαρμαρυγή
την έκλαμψη, τη χαραυγή
και της υφαίνει,
το δάκρυ, δακρυπ…

Τριάντης Χριστόφορος~Μοναξιά~

Οι δυο φίλοι σταμάτησαν κάτω από το σπίτι του φιλοσόφου. Φαινόταν μόνο ένα αμυδρό φως στο παράθυρο της  βιβλιοθήκης.  « Μένει κλεισμένος στο σπίτι του,ολόκληρες μέρες. Σπάνια βγαίνει έξω.Του αρέσει να κάνει μακρινούς νυχτερινούς περιπάτους,χωρίς παρέα. Πρέπει να ‘ναι πολύ δυστυχισμένος». «Φίλε μου υπάρχει εξήγηση.Έτυχε να τον ακούσω να μίλα στη λέσχη“Φίλοι της γραφής”με θέμα τη μοναξιά. Επαίνεσε όλους όσοι μένουν,έστω και μια ώρα μόνοι με τον εαυτό τους,χωρίς ν’ακούνε και να κάνουν τίποτα,παρά να αφουγκράζονται τη σιωπή και να παρατηρούν τη φύση. Υποστήριξε πως η μοναξιά είναι η μόνη μας πατρίδα.  Αυτοί που προτιμούν τη μοναχικότητα,σώζουν την εσωτερική τους ελευθερία.Ό,τι πιστεύουν,δυναμώνει δίχως επαφές  και συνάφειες, γίνεται μεγάλο …» Χριστόφορος Τριάντης


(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Τριάντης Χριστόφορος~Ύλη Και Πνεύμα

Πολλοί απορούσαν που ο Μπομπ Τσάπμαν είχε εγκατασταθεί  για τα καλά στη Γερμανία. Αναρωτιούνταν πως ένας Αμερικανός,με όλα τα προσόντα να κάνει καριέρα στα χρηματιστήρια της Αμερικής,διάλεξε να παραδίδει μαθήματα αγγλικών στους γερνανόπαιδες. Είναι χαρακτηριστικές οι απαντήσεις που έδινε,όταν τον ρωτούσαν «Αγαπητοί μου,η Αμερική είναι μια χώρα δίχως ιστορία και παρελθόν.Μπορεί να έχεις  μπροστά σου ατελείωτες παρθένες εκτάσεις,αλλά δεν κρύβουν μυστήρια. Οι μικρές πόλεις είναι ολόιδιες και οι μεγάλες, παραφουσκωμένες με σάρκες και σκουπίδια. Κι όλοι κυνηγούν λεφτά.Οι άνθρωποι είναι δεμένοι με το χρήμα και τους κάθε λογής ιεροκήρυκες.
Όλα εκεί είναι μετά Χριστόν, δεν υπάρχει κάτι προ Χριστού.
Στην Ευρώπη,το πνεύμα επιβάλλεται στην ύλη,
και σου δίνει τη δύναμη να ονειρευτείς».
Χριστόφορος Τριάντης

(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Βρεττάκος Νικηφόρος~Η ανοιγμένη φλέβα~

Δέσε απόψε τη σπασμένη μου φλέβα.
Ο σφυγμός μου αδυνάτισε.
Προσπαθείς να την κλείσεις

μ’ ένα άσπρο τριαντάφυλλο.
Έγινε κόκκινο.
Όλο κοκκίνισαν.
Τα σεντόνια μου έγιναν παραπόταμοι
ανάμεσα στα βουνά.
Παραπόταμοι κόκκινοι

ανάμεσα  στ'άστρα

(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Δημήτρης Αντωνίου~Τάνκα ~Χάι-Κάι (Χαϊκού)

"Με ανοιξιάτικη σε είδα βροχή να περνάς και τα χρώματα  του κόσμου χορεύοντας μαζί μου σε πήρανε..." *** "Θα πάθεις πάλι με ποίηση παίζοντας˙ είν' σαν φάρμακο: πρέπει δόση να ξέρεις, στη γιατρειά από φαρμάκι." *** "Πέφτει πριν δέσει τ' ολάνοιχτο λουλούδι σαν πεφτάστερο μια μέρα μεσημέρι στ' αδιάφορο χέρι σου." *** "Είπε: δεν το είπα κι ούτε που το σκέφτηκα... Κι αυτός της είπε: μπορεί όπως λες, δεν τό' πες μα όχι δεν το σκέφτηκες." *** Τα παραπάνω Τάνκα της περιόδου 1938-1962 περιέχονται στο βιβλιαράκι του Δ. Ι. Αντωνίου, Χάι-Κάι και Τάνκα, εκδοτική Ερμής, Αθήνα 1972.  Τα Χάι-Κάι (Χαϊκού) και Τάνκα είναι είδος της Ιαπωνικής ποίησης.
 (πηγή:http://annagelopoulou.blogspot.gr/2011/12/blog-post_05.html)

Λεοντάρης Βύρων~Στάζει το σπίτι μας~

Στάζει το σπίτι μας απόψε, πάλι στάζει.
Σπάνε στο μέτωπό σου οι στάλες και σημαίνουν
το εγερτήριο των λυγμών.
Και να! φουσκώνουνε τα βλέφαρά σου
– φλόκοι τού ονείρου που χτυπούν
στον άνεμο της λύπης – Ξεχειλίσαν
τα μάτια σου – και πού είναι; –
πλημμύρισε το πρόσωπό σου – και πού είναι
τα μάτια σου, πού είναι το πρόσωπό σου;
Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου, και μια θάλασσα το σώμα σου.
Μα εκεί μέσα θα χυθώ,
στα βάθη της μια πολιτεία φωνάζει τ’ όνομά σου,
πηδάνε τα γαλάζια φώτα της, χορεύουν
στα σταυροδρόμια οι ελπίδες των μαλλιών σου.
Εκεί σε καρτερεί ένα σπίτι από ελαφρόπετρα,
χτυπούν την πόρτα – μπαίνεις,
στο μέτωπό σου λάμπει
το χαμόγελο της βροχής,
μυρίζουν τα βρεμένα ρούχα σου νύχτα κι αγάπη…
Μια λίμνη, που βογκάει, το πρόσωπό σου.
Πόσες φορές δεν πέρασα συρματοπλέγματα κι αγκάθια
για να ‘ρθω αυτού να δω για λίγο
πόσο γλυκά χτυπά η καρδιά μου μες στα μάτια σου,
για να ‘βρω το νερόκρινο το στόμα σου,
επάνω σου σκυμμένος να γυρεύω
τους παιδικούς σεισμούς σου να τρυγήσω…
Μια…

Νάνος Βαλαωρίτης~Τροία~

Πόσοι στο πέλαγος, πόσοι πνιγμένοι
κι όσοι γυρίζοντας θα ναυαγήσουν
όλοι περίμεναν να σ’ αντικρύσουν.
Μονάχα ο θάνατος δεν περιμένει.
Στις αμμουδιές, θυμήσου, οι πεθαμένοι,
καθώς περνάς, γυρεύουν να μιλήσουν.
Κείνα που χτίσαμε θα μας γκρεμίσουν.
Μοιάζει να νίκησαν οι νικημένοι.
Τούτη την άνοιξη, κανείς δεν ξέρει!
Ο ποταμός μού γέμιζε το στόμα
κι ο ήλιος με κρατούσε από το χέρι
Τ’ άλογα γύριζαν χωρίς το σώμα.
‘Οταν ξανάρθαμε το καλοκαίρι,
Θε μου, πώς άλλαζαν οι πύργοι χρώμα!


( η φωτογραφία είναι του,Martin Marcisovsky)

Καβάφης Κωνσταντίνος~Το Πρώτο Σκαλί~

Εις τον Θεόκριτο παραπονιούνταν
μια μέρα ο νέος ποιητής Ευμένης·
«Τώρα δυο χρόνια πέρασαν που γράφω
κ’ ένα ειδύλλιο έκαμα μονάχα.
Το μόνον άρτιόν μου έργον είναι.
Aλλοίμονον, είν’ υψηλή το βλέπω,
πολύ υψηλή της Ποιήσεως η σκάλα·
κι απ’ το σκαλί το πρώτο εδώ που είμαι
ποτέ δεν θ’ ανεβώ ο δυστυχισμένος.»
Είπ’ ο Θεόκριτος· «Aυτά τα λόγια
ανάρμοστα και βλασφημίες είναι.
Κι αν είσαι στο σκαλί το πρώτο, πρέπει
νάσαι υπερήφανος κ’ ευτυχισμένος.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.
Κι αυτό ακόμη το σκαλί το πρώτο
πολύ από τον κοινό τον κόσμο απέχει.
Εις το σκαλί για να πατήσεις τούτο
πρέπει με το δικαίωμά σου νάσαι
πολίτης εις των ιδεών την πόλι.
Και δύσκολο στην πόλι εκείνην είναι
και σπάνιο να σε πολιτογραφήσουν.
Στην αγορά της βρίσκεις Νομοθέτας
που δεν γελά κανένας τυχοδιώκτης.
Εδώ που έφθασες, λίγο δεν είναι·
τόσο που έκαμες, μεγάλη δόξα.» (Από τα Ποιήματα 1897-1933, Ίκαρος 1984)������������������������������������������������������������������������������������…

Τρία ποιήματα:~Δενδρινός Γεράσιμος~

ΣΧΙΣΜΕΣ
Φροντίστε τα παιδιά μου όποτε φύγω απ’ τη ζωή.
Στις ίδιες σχισμές των βράχων του βουνού
που ανεβήκαμε κάποτε μαζί,
ξοδεύοντας ώρες ατέλειωτες και βλέμματα
στο αγνάντεμα της πόλης των επισήμων,
εκεί θα είναι στο εξής προορισμένα
να ζουν χωρίς γονείς.
Ικετεύοντας τον ουρανό κάθε νύχτα
με τα χέρια να διαπερνούν το σκοτάδι,
θα ’ρθει μέρα που θ’ απαλλαγούν
απ’ τη λύπη και την αποστροφή.
Αποκτώντας στο μεταξύ άλλο πρόσωπο,
με αυτό θα κατέβουν ξανά απ’ το βουνό,
και με άλλα μάτια θ’ αντικρίσουν
αυτόν τον κόσμο.

 ΝΕΠΑΛ
Κάποτε θα ξαναδώ τους δαιδαλώδεις δρόμους
της πόλης σου, Κατμαντού,
αρχαίο προάστιο της ψυχής μου που εκτόπισαν
τα πανύψηλά σου όρη.
Για θέα είχα, θυμάμαι, τις ταράτσες,
τα σοκάκια, τους ευωδιαστούς καπνούς,
τα σμήνη των περιστεριών που πετούσαν
συντονισμένα για να κατακλύσουν πλατείες,
ναούς και λασπωμένα αυλάκια του πλακόστρωτου,
με το νερό της βροχής να ραίνει
τ’ αδύνατα μάγουλα των παιδιών
με το σταχτοκίτρινο δέρμα,
σαν αγίασμα ενός ουράνιου ποταμού,
που έχασε τον δρ…

Δενδρινός Γεράσιμος~Λίμνη Αράλη~

Σήμερα τα νερά με οδηγούν πίσω στην πατρίδα με τις φωτιές να καίουν ακόμη απ’ την εποχή που έφυγες, όταν σαστισμένοι αγναντεύαμε στα παράθυρα μάταια τη στοργή εκείνη. Αντικρίζοντας τόσες φορές στην έρημο ντροπές και αδικίες, αψιμαχίες και άταφους νεκρούς, προτίμησα να καταλήξω εδώ. Πλάι στις κυματιστές καλαμιές απ’ την απαλή πνοή του ανέμου, τις καμήλες καθισμένες μέσα στη σκιά των σκουριασμένων πλοίων με άφαντη την αρχαία τους λάμψη, γονατιστός επί της αλμυρής γης ψιθυρίζω και πάλι την προσευχή μου.
                                                                Γεράσιμος Δενδρινός

(η φωτογραφία  από το διαδίκτυο-Λίμνη Αράλη)

Δενδρινός Γεράσιμος~Χάνοντας~

Άκουσε, σε παρακαλώ, και τούτο,  σαν μνήμη πρωινή ή απόδειπνο: «Απέμεινε για σένα αυτή η μουσική της θλίψης, μια δέηση ως τα πέρατα του κόσμου,  για να μπορείς ν’ αντέξεις τον θόρυβο της κτίσης,  την αδυσώπητη μανία τουκαιρού».  Όποτε ο αέρας χτυπάει την πόρτα και στην αυλή μαζεύονται  πουλιά,  θαρρείς πως σου θυμίζουν την αγάπη που χάθηκε για πάντα.  Η στοργή όμως που χάρισες απλόχερα στο άλσος των ελαφιών,  στο άγονο έδαφος της ερήμου, αυτή υπάρχει σαν την παγωμένη πάχνη, που λιώνει ακαριαία στη θέρμη του ήλιου- βάλσαμο για όλες τις  φυλές της άμμου,  που δεν γνώρισαν ποτέ κανένα διαβάτη  μήτε Θεού πρόσωπο.
Γεράσιμος Δενδρινός

(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ποίηση: Ἱστορία τῆς ὀργῆς - Ν.Β. Καμβύσης

Ὀρθόδοξη Χριστιανικὴ Ποίηση: Ἱστορία τῆς ὀργῆς - Ν.Β. Καμβύσης: Ἱστορία τῆς ὀργῆς  Στήν ἔρημο κάποιαν ἡμέρα - ἡ ἱστορία τοῦ Παλλαδίου γράφει - ἕνα κουνούπι πεινασμένο τσιμπάει  στό χέρι τόν...

Τριάντης Χριστόφορος ~Οι συμβουλές~

Ο νέος κάθισε απέναντι από τον ηλικιωμένο κύριο,και άρχισαν τη συζήτηση. «Πολύ θα ‘θελα να πετύχω,τώρα που έχω όλον τον χρόνο μπροστά μου». « Πρώτα,χρειάζεται να ‘χεις υπομονή και να είσαι εργατικός.Βέβαια,η συνταγή της επιτυχίας έγκειται και στο ν’ αγαπάς αυτό που κάνεις». «Αυτά τα λένε όλο! Όμως,είναι γεγονός πως λίγοι τα κάνουν πράξη». « Έχεις δίκιο νέε μου.Αλλά είναι κι άλλες λεπτομέρειες που αφορούν την επιτυχία.Δηλαδή,χρειάζεται να βλέπεις την παρακμή σαν ευκαιρία για δημιουργία.Επίσης,μη σκέφτεσαι  σαν μικροαστός:σπιτάκι,λεφτά και τακτοποίηση.Η ζωή θέλει τόλμη,να ξέρεις πως καθημερινά εκατομμύρια άνθρωποι παίζουν τον ρόλο τους κι απέρχονται.Φρόντισε να γίνεις ο πρωταγωνιστής στο έργο της ζωής,κι όχι ο κομπάρσος».
  (artwork:René Magritte)

Τριάντης Χριστόφορος~Διάρκεια~

Ο κύριος Μπουρντόν έφευγε με σύνταξη.Ήταν ο τελευταίος μιας γενιάς,που σαν παιδιά δεν είχαν τηλεόραση στο σπίτι τους.Στην εταιρεία που δούλευε πληθαίνουν οι θεωρητικοί της πληροφορικής,οι στοχαστές – ειδήμονες των υπολογιστών.Όλα τα πράγματα τα βλέπουν σαν πληροφορίες,ακόμα και τις ανθρώπινες σχέσεις.Όσες πληροφορίες κρίνονται ακατάλληλες και δύσχρηστες, απορρίπτονται πάραυτα. Το ίδιο κάνουν και με τους ανθρώπους.Οι λάτρεις των υπολογιστών απολαμβάνουν  την ευτυχία τους,μένοντας κυριολεκτικά μόνοι.Αδιαφορούν για τις ανθρώπινες συνάφειες και επαφές.Οι σχέσεις τους διαρκούν ελάχιστα, ιδιαιτέρα οι ερωτικές. Γι’ αυτό άνθρωποι,σαν κύριο Μπουρντόν,γοητεύονται ακόμα απ’ τα κλασικά μυθιστορήματα,επειδή εκεί μέσα οι σχέσεις των ανθρώπων κρατούσαν χρόνια ολόκληρα,γενιές και εποχές.Είχαν διάρκεια κι όχι συντομία…και «πληροφορική»…ελευθερία. 



(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)

Ποίηση: Βασίλης Παπαμιχαλόπουλος

Με τις μικρές σα φαναράκια λέξεις μου
φωτίζω τα μονοπάτια της σκέψης
αφού πάντα βραδινός και πάντα αργοπορημένος φτάνω.
Βλέπεις όσο κι αν λειαίνω τη ματιά μου
στις αιχμές των μεγάλων αστερισμών
ξεχωρίζω δεν ξεχωρίζω τις μορφές των πραγμάτων
αγγίζω δεν αγγίζω το κάτι.
Κι αν το χέρι μου ποτέ δε λαθεύει πάνω στο κορμί σου
είναι γιατί το εξερευνώ με τις ώρες
σε κάποιες ξεχασμένες φωτογραφίες σου
στο πίσω μέρος του μυαλού μου.
Πολύ χρόνο έχασα να απεκδυθώ τους χειμώνες.
Πολύς χρόνος μένει ακόμα
ν’ απεκδυθώ
τις λέξεις
τη λεοντή
το φόβο
και να σταθώ
πραγματικά γυμνός απέναντί σου.

Τρία Ποιήματα:Αντώνης Θ.Παπαδόπουλος

ΤΟ ΑΛΑΤΙ
 Τα κύματα σκεπάσαν το μουράγιο.  ΄Εσυρα μακρυά το βήμα μου να μη βραχώ,  η ανάσα τους όμως υγρή με τυλίγει.  Πυκνές σταγόνες στεγνώνουν αλάτι στο κορμί  πάνω σε 'κείνο το άλλο αλάτι,  που θόλωσε το βλέμμα,  κρύβοντας πίσω του τη ρότα τόσων ταξιδιών.
Η ΣΕΙΡΗΝΑ 
΄Ολη τη μέρα φεύγεις περιμένοντας το σούρουπο  να δεις τον εαυτό σου να πέφτει από το μπαλκόνι,  βουλιάζοντας μαλακά στο σκοτάδι του δρόμου.  Εσύ που γύρεψες να βγεις από ρούχα που σε γδύνουν,  που πέταξες μακρυά φαγητά που σε τρώνε,  ανοίγοντας στους τοίχους φωτεινά χαμόγελα,  ακούς και πάλι χωρίς ανατριχίλα,  με θλίψη όμως βουβή και στεναγμό,  μια σειρήνα να ουρλιάζει πλησιάζοντας,  κάθε στιγμή που δοκιμάζεις τα φτερά σου.
ΤΟ ΣΥΡΤΑΡΙ
Πάει, έρχεται.
Κάποτε παίρνει να συγυρνά.
Ανοίγει με τις ώρες τις ντουλάπες,
σκύβει πάνω από τα μπαούλα,
μα στο συρτάρι εκείνο ποτέ δε στέκεται,
αφήνοντάς το επίτηδες κλειστό.
Τίποτα καινούργιο δεν έβαλε σ' αυτό.
Τίποτα παλιό δε θέλησε να βγάλει.
Με τον καιρό άλλαξε επίπλωση,
άλλαξε τρόπους και…

Σημάδι της ψυχής σου φυλαχτό~`Ηρακλής Κριεζής~

Πλάι στους ίσκιους της μυρτιάς σε πρωταντίκρισα
μα τ`όνομά σου δεν το 'μαθα ποτέ.
Ούτε τους xτύπους της καρδιάς σου άκουσα,
μονάχα ένα δάκρυ σου θολό θαρρώ πως είδα
σημάδι της ψυχής σου φυλαχτό,
να το φορώ τις κρύες νύχτες,
όταν λυγάει η καρδιά στη θύμησή σου.
Ηρακλής Κριεζής.

 (atrVolegov, Vladimir)

Κριεζής Ηρακλής~Δεν αγοράζεται η αγάπη~

Ήρθα στον κόσμο να σε βρω, μέσα στης γης το χαλασμό να σε κρατήσω, κι όταν με έπνιγε η βροχή ούτε που σκέφτηκα στιγμή να κάνω πίσω.
Έψαχνα χρόνια να σε βρω κι είχα στα στήθια μου καημό να σου μιλήσω, κι όταν σ' αντάμωσα στη γη, άφησα πίσω μια ζωή να σ' αγαπήσω.
Δεν αγοράζεται η αγάπη με παλάτια κι ούτε ξεπλένεται το δάκρυ με βροχή, άσε τον ήλιο μου να δω στα δυο σου μάτια, να πιει η καρδούλα μου, φωτιά να ζεσταθεί. Στίχοι Κριεζής Ηρακλής

(η φωτογραφία από το διαδίκτυο)