Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Δεκεμβρίου 27, 2016

Ζωή και φωτιά-Νικηφόρος Βρεττάκος

Αν δεν βρέξει απόψε,
ο κόσμος  
θα πάρει  φωτιά
απ' τα τριαντάφυλλα.
Αν τυχόν και καώ-
ίνες είναι και ρίζες
το χώμα μου
για
την πύρινη μάζα
του ήλιου
για κάθε
στοιχείο και φωτιά-
Αν τυχόν και καώ
να φυτέψτε τη στάχτη μου.

Red Roses by Igor Levashov 

Λάμπρος Πορφύρας,Χειμωνιάτικα Δέντρα

Τὰ σκοτεινὰ φυλλώματα τὰ πεῦκα ἀργοσαλεύουν,
σὰ ρασοφόροι στὸ βουνὸ ποὺ μάχονται ν᾿ ἀνέβουν,
κι ὁ θλιβερός τους ὁ ψαλμὸς στ᾿ ἄδεια βογγάει λαγκάδια
σὰ μουσικὸς ἀντίλαλος ἀπὸ βαθιὰ πηγάδια.
Μαζί τους κάτι ὁλόγυμνα κλαριὰ δὲν ἀποσταίνουν
τρελλὰ μιὰ χειμωνιάτικη καμπάνα νὰ σημαίνουν,
ὅπου τὰ γέρνει ὁ ἄνεμος γέρνουν, σημαίνουν, δίχως
ἀπ᾿ τὸ βουβό τους σήμαντρο ποτὲ νὰ βγαίνει ὁ ἦχος.
Καὶ στὸν καθρέφτη τοῦ νεροῦ, ποὺ σὰν τὴν καταχνιά,
κάποτε -τ᾿ ἀνοιξιάτικο τὸ λέει τὸ παραμύθι-
τὸν κῆπο τῆς Νεράιδας ἐστρῶναν τὰ κλωνιὰ
τίποτε τώρα στὰ θολὰ δὲν ἀπομένει βύθη.
Σὲ ραγισμένους γύρω αὐλοὺς οἱ καλαμιὲς φυσοῦνε
τὰ νυφικὰ μαλλάκια τους μαδοῦν μαδοῦν οἱ ἰτιές,
τὸν κῆπο τῆς Νεράιδας σβημένο νοσταλγοῦνε
καὶ κλαῖν τὶς ἀνοιξιάτικες ἐφήμερες σκιές,
Ὤ! κι ὅλο σκύβουν στὰ νεκρὰ νερὰ τὰ βουρκωμένα,
ὤ! κι ὅλο σειοῦνται κι ἔχουνε μὲς στὸν πικρὸ βοριᾶ
τὰ ἴδια τὰ κινήματα, τ᾿ ἀργὰ κι ἀπελπισμένα,
πού ῾χομε μὲς στὴ λύπη μας κι ἐμεῖς τὴν πιὸ βαριά.

Λάμπρος Πορφύρας (1879-1932): (ψευδ. τοῦ Δημητρίου Σύψωμου), Λ…

Κωνσταντίνος Καβάφης «Δέησις»

Η θάλασσα στα βάθη της πήρ’ έναν ναύτη.-
Η μάνα του, ανήξερη, πηαίνει κι ανάφτει


στην Παναγία μπροστά ένα υψηλό κερί
για να επιστρέψει γρήγορα και νάν’ καλοί καιροί -


και όλο προς τον άνεμο στήνει τ’ αυτί.
Aλλά ενώ προσεύχεται και δέεται αυτή,


η εικών ακούει, σοβαρή και λυπημένη,
ξεύροντας πως δεν θάλθει πια ο υιός που περιμένει.

Το δίχτυ~Κώστας Βασιλάκος~

Το ποίημα βραβεύτηκε με έπαινο
στον διαγωνισμό ποίησης της Πανελλήνιας Ένωσης Λογοτεχνών .

Το δίχτυ
Ολημερίς,
κάρφωνε τα διαλυμένα φύλλα των ημερολογίων,
τα παλιά κασόνια με τις αναμνήσεις,
τους μπόγους με τις πραμάτειες.
Ολημερίς,
σκάλιζε τις εικόνες, να πονέσουν οι άγιοι,
να αγριέψουν οι μορφές τους.
Τις νύχτες,
έσερνε το δίχτυ με τα μπαλωμένα λόγια,
μάζευε τη σκόνη των αστεριών,
ανακάτευε τα ρεύματα της οργής
με την καρτερία της ελπίδας.
Κάθε πρωί,
σχολαστικά τα διαχώριζε για υποστυλώματα
και δοκάρια, για λάσπη και τοιχώματα.
Εμείς,
για χρόνια δε βλέπαμε τους τοίχους,
τις πόρτες και τα παραθύρια,
ούτε τους κήπους με λουλούδια.
Όταν ξεστράτιζε η απορία μας, απαντούσε μονότονα:
- Όλα όσα ποθούν τα μάτια σας
βρίσκονται εντός μου.
Βαθιά γεράματα, καθότανε στην άκρη του γκρεμού,
στα πόδια του κρεμόταν ένα σκούρο μπλε σε βαθιά υπόκλιση.
Τα λευκά του γένια έγλυφαν το αλάτι
που στράγγιξε στην εσχατιά του βράχου.
Του χάιδεψα τα μαλλιά, κι ένα δάκρυ σταλαγμίτης
μου …