Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Δεκεμβρίου 25, 2016

Το τριαντάφυλλο-Νικηφόρος Βρεττάκος

Το τριαντάφυλλο
Είδα στον ύπνο μου, πως μίκρυνες.
Πως έγινες ένα τριαντάφυλλο κόκκινο,
Φρέσκο, σαν άκοπο.
Σ’ είχα στο χέρι μου,
τάχα, και πήγαινα, πήγαινα
– Πέρασα κι άφησα δεξιά τον Ταΰγετο.
Στάθηκα μόνο, τον κοίταξα λίγο,
ξαναπήρα τον δρόμο μου
κι’ όλο πήγαινα, πήγαινα
– Πού να σε βάλω;
Όλη η γής είναι στήθος μου.


art:Red Roses by Igor Levashov

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Η ΕΚΠΤΩΤΟΣ ΨΥΧΗ Καὶ εἶπες· πότε θ᾿ ἀναβῶ ἐπάνω τῶν αἰθέρων!
πότε, ὡς εἷς τῶν φαεινῶν τοῦ οὐρανοῦ ἀστέρων,
εἰς τὸν ἐν σκότει πλέοντα πλανήτην θ᾿ ἀνατείλω
καὶ δωρεὰν εἰς τοὺς θνητοὺς τὴν αἴγλην μου θὰ στείλω;
Δὲν ἔφθασας νὰ συνειδῇς, νὰ γνῷς ὅ,τι ἐπόθεις,
καὶ ὑπὸ τῆς γαστρὸς εὐθὺς τοῦ ᾍδου κατεπόθης·
τὸ χῶμα, ἐφ᾿ οὗ ἔβαινες, ἐκ βάθους ἀνεσκάφη,
ἡ δόξα σου κατέπεσεν ἐντὸς αὐτοῦ κ᾿ ἐτάφη.
Καὶ ὕψωσας τὸ μέτωπον, ὠχρόν, ἀκτινοβόλον,
ζητοῦσα τὸν οὐράνιον ν᾿ ἀναμετρήσῃς θόλον·
κ᾿ ἐξαίφνης ἔπεσες πρηνής, τελείως ἐβυθίσθης
καὶ εἰς τὰ βάθη τῆς φρικτῆς ἀβύσσου ἐκρημνίσθης.
Ἔτεινας χεῖρα τὴν Ἠῶ νὰ περιβάλῃς ὅλην,
κ᾿ ἐνηγκαλίσθης ἀντ᾿ αὐτῆς τοῦ σκότους τὴν ἀσβόλην·
ὁ πούς σου ἐπὶ νεφελῶν ἐπόθεις νὰ πατήσῃ,
κ᾿ ἐπέπρωτ᾿ εἰς τὸν Τάρταρον οἰκτρῶς νὰ ὀλισθήσῃ.
Ἄ, εὗρες ἤδη τὸ καλόν, τὸ πρέπον εἰς σὲ δῶμα,
ὑπάρχει πῦρ τι πυρπολοῦν σφοδρότερον ἀκόμα
ἢ ὅσον σ᾿ ἔκαιε ποτὲ ἡ τῶν παθῶν σου λάβα,
κατάβα εἰς τὸν τάφον σου, ἀπόβλητε, κατάβα.
Τῆς πτώσεώς σου ἄξιον τίς θὰ ἐγείρῃ μνῆμα;
ἐκ τῆς παρόδου σου μικρὸν δ…

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΔΕΗΣΙΣ
(Ἐράνισμα ἐκ τῶν Ψαλμῶν) Πρὸς σὲ τὰς χεῖράς μου, πρὸς σὲ τοὺς ὀφθαλμούς μου αἴρω,
τὰ φλέγοντά μου δάκρυα θυσίαν σοὶ προσφέρω·
ἐτάκη ἡ καρδία μου, ὡσεὶ κηρός, ἐντός μου·
ἐλέησόν με, ὁ Θεός, σπλαγχνίσου, ὁ Θεός μου.
Εἶναι πολὺ τὸ πέλαγος, πολύ, τῶν οἰκτιρμῶν σου·
ἡ προσευχή μου εἰς ναὸν φοιτᾷ τὸν ἅγιόν σου·
εἰς κρίσιν μὲ τὸν δοῦλόν σου μὴ θέλῃς νὰ εἰσέλθῃς,
πρὶν ἢ μὲ τὰ ἐλέη σου ἐπὶ τῆς γῆς κατέλθῃς.
Ἡ δόξα σου ὡς οὐρανὸς ἀτέραμνος ἁπλοῦται·
ἐνώπιόν σου, ὁ Θεός, θνητὸς δὲν δικαιοῦται·
τὸ ὄνομά σου ἄπειρον πληροῖ τὴν οἰκουμένην·
σὺ τὴν ψυχήν μου οἴκτειρον τὴν καταβεβλημένην.
Ἡ ὕπαρξίς μου εἰς φθορὰν καὶ σκοτασμὸν κατέβη·
κατέστην τῶν μισούντων με καὶ τῶν ἐχθρῶν μου χλεύη·
οἱ συγγενεῖς μου μ᾿ ὕβριζον, μ᾿ ἐνέπαιζον οἱ φίλοι,
τὰς κεφαλάς των σείοντες, λαλοῦντες μὲ τὰ χείλη.
Καὶ πάντες οἱ θεώμενοι σκληρῶς μὲ κατηρῶντο,
καὶ τόσα βέλη κατ᾿ ἐμοῦ καὶ ξίφη ἡμιλλῶντο·
ὤ, πότε, πότε, Κύριε, θὰ παύσῃς τὴν ὀργήν σου;
πᾶσαν αὐγὴν τὸ στόμα μου λαλεῖ τὴν αἴνεσίν σου.
Ἀνωφελὴς ὁ βίος μου ἐνώπιόν…

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

ΤΑ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ ΤΟΥ ΤΕΜΠΕΛΗ Στὴν ταβέρνα τοῦ Πατσοπούλου, ἐνῷ ὁ βορρᾶς ἐφύσα, καὶ ὑψηλὰ εἰς τὰ βουνὰ ἐχιόνιζεν, ἕνα πρωί, ἐμβῆκε νὰ πίῃ ἕνα ρώμι νὰ ζεσταθῇ ὁ μαστρο-Παῦλος ὁ Πισκολέτος, διωγμένος ἀπὸ τὴν γυναῖκά του, ὑβρισμένος ἀπὸ τὴν πενθεράν του, δαρμένος ἀπὸ τὸν κουνιάδον του, ξωρκισμένος ἀπὸ τὴν κυρα-Στρατίναν τὴν σπιτονοικοκυράν του, καὶ φασκελωμένος ἀπὸ τὸν μικρὸν τριετῆ υἱόν του, τὸν ὁποῖον ὁ προκομμένος ὁ θεῖός του ἐδίδασκεν ἐπιμελῶς, ὅπως καὶ γονεῖς ἀκόμη πράττουν εἰς τὰ «κατώτερα στρώματα», πῶς νὰ μουντζώνῃ, νὰ βρίζῃ, νὰ βλασφημῇ καὶ νὰ κατεβάζῃ κάτω Σταυρούς, Παναγιές, κανδήλια, θυμιατὰ καὶ κόλλυβα. Κ᾽ ἔπειτα, γράψε ἀθηναϊκὰ διηγήματα!
Ὁ προβλεπτικὸς ὁ κάπηλος, διὰ νὰ ἔρχωνται ἀσκανδαλίστως νὰ ψωνίζουν αἱ καλαὶ οἰκοκυράδες, αἱ γειτόνισσαι, εἶχε σιμὰ εἰς τὰ βαρέλια καὶ τὰς φιάλας, πρὸς ἐπίδειξιν μᾶλλον, ὀλίγον σάπωνα, κόλλαν, ὀρύζιον καὶ ζάχαριν, εἶχε δὲ καὶ μύλον διὰ νὰ κόπτῃ καφέν. Ἀλλ᾽ ἔβλεπες πρωὶ καὶ βράδυ νὰ ἐξέρχωνται, ἀτημέλητοι καὶ μισοκτενισμέναι, γ…

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης

Η ΚΑΛΛΙΚΑΤΖΟΥΝΑ Βορρᾶς χιονιστὴς* εἶχε φυσήσει. Κάτασπρη ἡ κορφὴ τοῦ †Κατεβάτη†, γίγαντος μεταξὺ πυγμαίων, κατὰ τὸν Μαΐστρον ἐπάνω ἐκεῖ. Τὰ καφενεδάκια κάτω εἰς τὸν αἰγιαλὸν εἶχον ἀνάψει τὰς θερμάστρας των. Μόλις ἔδειχνεν ὁ καιρὸς ὅτι ἤθελε νὰ καλοσυνέψῃ, καὶ οἱ ὀλίγοι χασομέρηδες καὶ τὰ γερόντια τοῦ χωριοῦ, ὅσοι δὲν εἶχον ὑπάγει ἀκόμη εἰς τὴν Ἀμερικὴν διὰ νὰ ζητήσουν τύχην, καθὼς καὶ τὰ πληρώματα καὶ οἱ ναῦται ἀπὸ ὅλα τὰ ἁλιευτικὰ καΐκια, τὰ ὁποῖα καταφεύγουν νὰ στεγασθοῦν εἰς τὸν λιμένα, ὅταν εἶναι σφοδρὰ κακοκαιρία, ἢ ὅταν πλησιάζουν τὰ Χριστούγεννα, ἐκάπνιζαν τὸν ναργιλέ των, ἢ ἔπαιζαν τὴν κολτσίναν των γύρω εἰς τὰ τραπεζάκια. Ἄλλοι μὲ τὰ κοντοβράκια καὶ τὶς παλαιὲς γοῦνές των, μὲ τὰ φέσια καὶ τὶς γαλόσες των, Ποριῶται, Κρανιδιῶται, Αἰγινῆται, ἀπὸ τὰς δυτικὰς Σποράδας, ἄλλοι ἀπὸ τὰς Σποράδας τὰς Ἀνατολικάς, Μοσχονησιῶται ἢ Τσεσμελῆδες μὲ τὰ σαρίκια καὶ τὰς μανδήλας των, Μαρμαρινοὶ καὶ Μπογαζιανοί, ἀκόμη καὶ Μαυροθαλασσῖται ἀπὸ τὸν Πόντον.
Ὁ γερο-Ἀναγνώστης ὁ Τζανιάκ…