Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Δεκεμβρίου 16, 2016

Πως ελευθερώνει τ' άλογα ο Ζωγράφος~Της Εύας Λόλιου

Διήγημα

  Ζωγραφική Γιώργος Φλουρής.



....... Ο ουρανός βαστούσε την βροχή, να μην λιώσουν τα καφέ χιόνια απ' τις σκεπές των σπιτιών στο χωριό. Οι καμινάδες έβηχαν πνιγμένες απ' την φύση που καίγονταν στα τζάκια και οι μαύρες κεφαλές των αλόγων είχαν μέσα τους φυλακισμένα όνειρα, ξαπλωμένες στα άχυρα του στάβλου που έκαιγε καρβουνιασμένος, χωρίς φλόγα..Κάποια άλλα λευκά άλογα κυλιόντουσαν στις λάσπες της θάλασσας...
.......Μα τι σκέφτομαι...Σα μια σφουγγαρίστρα βουτηγμένη σε βρώμικο νερό να λέρωσε τις σκέψεις μου... Λάθος... ο ουρανός άστραφτε σπαρμένος από αστέρια και μόλις ανέτειλε η σελήνη βάφοντας τους βράχους χρυσούς και τα μαύρα άλογα λευκά πάνω στις σκεπές...Μα τι λέω, στις σκεπές έλιωνε το τελευταίο χιόνι του Μάρτη και το χωριό ξεχώριζε πάνω στους αμμόλοφους...όπου λευκά άλογα κάλπαζαν ξέφρενα χλιμιντρίζοντας σπίθες..Λάθος, δε χλιμίντριζαν σπίθες, χτυπούσαν τα πόδια τους στη γη που πετούσε φλόγες..Και το χωριό ξεχώριζε πάνω στο βουνό. Μα οι φλόγ…

Κωστής Παλαμάς

Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου
Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, χαρίσματα θεϊκά,
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια μυστικά.
Δὲν τὰ φωτίζει ὁ ἥλιος ποῦ λάμπει γιὰ τὴ γῆ
Καὶ πέρνουν φῶς ἀπ' ἄλλη πιο καθαρὴ πηγή.
Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, ποῦ πάθη ταπεινὰ
Δὲν ἔχουν τόπο, νοιώθω δυὸ μάτια φωτεινά.
Καὶ βλέπω τὰ κρυμμένα, τ' ἀθώρητα θωρῶ,
Τὸν ἄνθρωπο, τὴν πλάσι, τ' ἀστέρια, τὸν καιρό.
Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου κ' ἐκεῖ ποῦ δὲ μπορεῖς
Ποτέ σου νἄμπῃς − νοιώθω δυὸ μάτια ὁλημερίς.
Χεροπιαστὰ ξανοίγω τὰ πλάσματα τοῦ νοῦ
Κ' ἐπάνω μου σκυμμένους ἀγγέλους τ' οὐρανοῦ.
Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου τὰ μαῦρα − μὴ σκιαχτῇς!
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια ὁλυνυχτίς.
Καὶ χώρα ξαντικρύζω μ' ἀσύγκριτη ὠμορφιά,
Μακρυὰ ἀπ' τὴν τρικυμία κι ἀπὸ τὴ συγνεφιά.
Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου τὰ πλέον μυστικὰ
Ὁλανοιγμένα νοιώθω δυὸ μάτια ἁρμονικά.
Κι ὅλο μ' ἐκεῖνα βλέπω μιὰ λύρα μαγική…
Ὠϊμέ! τὰ δάχτυλά μου δὲ φτάνουν ὡς ἐκεῖ.
Στὰ βάθη τῆς ψυχῆς μου, ποῦ πάθη ταπεινὰ
Δὲν ἔχουν τόπο, βρίσκω δυὸ μάτια φωτεινά.
Καὶ βλέπω ἀγά…

Ποίηση:Υφαντής Χρήστος

CAROUSEL

Η ιεροπραξία του έρωτα
στην αναστάσιμη υπόσταση
του σεπτού κορμιού Της,
κράτησε όσο χρειάστηκε ο Θεός
για τη δημιουργία
των καταπράσινων πεδίων του χωρόχρονου.
Σε μερικές αιώνιες στιγμές,
- το ισοδύναμο
ολάκερων νυχτών για τον ερωτευμένο -
η μεγαλειώδης
και περιδεής αίσθηση αθανασίας
και εγγύτητας του απείρου,
μέσ' από σπάνιες συζυγίες εξουσίασε,
κεραυνοβόλησε και σώριασε(!) το χρόνο
στην έρημο του Ασφόδελου Λειμώνα.

Κι ύστερα...
Η άμμος στην κλεψύδρα
συνέχισε την αδιάφορη ροή της
ανάμεσα σε κλαγγές ανέστιων λέξεων
και σωρούς νωχελών προοπτικών.

Κι αφού θρονιάστηκε ο καιρός
κι έγιναν νυστέρια ανάλγητα
τα λεπτά στης ζωής το ρολόι,
το ασυμβίβαστο πιθανό,
νοσταλγός του απερίγραπτου,
αιχμάλωτο στο carousel του χρόνου,
ασπαίροντας στροβιλίζεται και πάλι
στο έλεος της εμβροντησίας των θαυμάτων,
καρτερώντας να σπινθηροβολήσουν,
να τυλίξουν στο θάμβος των εκλάμψεων
τη σύναξη του νου και των αισθήσεων,
ξανά ν' ανάψουν λαμπιόνια γιορτινά
στο παιχνίδι των ατέρμονων κύκλων