Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Νοεμβρίου 25, 2016

Επιλογή,Ποίηση μου,Η Πράξη της Ποίησης,Τσακιράκης Γιώργος

Θυμιάματα Της Ποίησης Επιλογή

Μ' άρεσε από παιδί
να ερωτοτροπώ με τα
είδωλα των σειρήνων.

Έλεγα πως θα γινόμουν
ερωτύλος ή ασφόδελος

κι έγινα λευκό άγαλμα
ολοζώντανο.

*

Ποίησή μου λωτέ, σμύρνο του Λιβάνου, πορφύρα κρόκου, Κύπριδα εσύ τρυφερή.


*

Η πράξη της ποίησης είναι εσωτερική.Ο "χώρος" της είναι μοναστήρι και κόσμος, κελί και αρένα, ατραπός και λεωφόρος, σταγόνα και πέλαγος.



Ένας ποιητής είπε: "εγκαταλείπω την ποίηση". Τι πεζό ατόπημα.

*

Ποίηση ιμερόφωνη, Απολλώνια, ανεκτίμητη, λογοφόρε.

*

Ποτέ μη χρεώνεις το ποίημα με μηδενικές αποχρώσεις και συμπυκνωμένα κενά.

*

Σιγαλινά κι αγαληνά εσύναξα τα βέρσα και αποδίνω τα σε σας γιατί πολύ μ' αρέσα.

*

Ο ποιητής κινείται αναπόφευκτα και στα τρία "μετά τα φυσικά" επίπεδα. Κόλαση, καθαρτήρι και παράδεισο. Αυτό είναι αποκλειστικό του προνόμιο όσο βρίσκεται στη ζωή αλλά και μετά από αυτήν. Ή, διαφορετικά, ζει σε αιώνιο καθαρτήρι, με συνθήκες άλλοτε κόλασης και άλλοτε παράδεισου. 

*

Τι απομένει, λοιπόν, στους ποιητές…

Ακριβοθώρητη νοσταλγία,της Μαίρης Σουρλή

Γεννήθηκα σε ορεινά χώματα!
Αγάπησα της ανόθευτης φύσης
τις διαθέσεις κι όλα τα χρώματα.
Εκεί που η ζωή έλαμπε χαμόγελα
και τ’ αγκάθια γίνονταν ρόδα
έπαιζαν παιδιά σε ωραίους χωματόδρομους.
Νιάτα έδιναν χώρο σε νέες ανάσες.
Κυμάτιζαν χωράφια
μεταβάλλοντας σε άρτο σύνεσης τα στάχυα.
Κουδουνίσματα αλόγων
έσερναν κοπάδια σε λιβάδια.
Πλάι στο ποτάμι μεγάλωναν πλατάνια.
Άκουγα το νερό να κυλά στους βράχους!
Μεγάλωσα με περιπάτους
ανάμεσα σε πολύφυλλα δέντρα
που τ’ αγκάλιαζε ο αγνός αέρας της εξοχής.
Αθώο ξεκίνημα!
Μες της απεραντοσύνης την ελευθερία
στην ομορφιά της ποικιλίας
πρωτογνώρισα την ευτυχία!
Μάζευα ηλιολούλουδα κι αστρολούλουδα.
Ανοίγονταν μονοπάτια
πάνω στο χιόνι αχνοπατούσαν
αόρατα αγγελάκια.
Ανάσαινα γύρω της καλοσύνης ουρανό
την ειρήνη του ελατοδάσους
ξύπναγα απ’ τον πετεινό.
Κλωσσόπουλα έπλεκαν τραγούδια
παιδικό γέλιο άνθιζε σε ρόδινα χείλια.
Πόσα θυμόνται άραγε τα πεζούλια;
Θρόιζαν καρυδιές και καστανιές.
Οι κήποι μας είχαν κερασιές
μοίραζαν υποσχέσεις οι μυγδαλιές.
Ο ήλιο…

Ξέρεις..,της Βάσιας Κανελάκη

Ξέρεις...
Θρυμματίζω με λύσσα στα δάχτυλα μου
την αφή σου απόψε.
Ελάχιστα ίχνη θα αφήσω.
‘Ισα μόνο να αγγίζω το κορμί μου,
την ώρα που θα συνθλίβεται το εκμαγείο
κάποιας ονείρωξης στα παρθένα μου σεντόνια.
Αποδομώντας σαρκικά φορτία
συναισθηματικής εξάρτησης,
φτύνω δίχως ντροπή
και τα τελευταία κατάλοιπα οργασμού.
Eξοφλώ και το τελευταίο μου γραμμάτιο
στην υποταγή σου.
Αυτοακυρώνομαι και επαναπροσδιορίζομαι.
Κύτταρο το κύτταρο,
φλέβα τη φλέβα,
συνθέτω από την αρχή την οντότητα μου.
Καθαιρώ στη συναισθηματική μου ... «αιμοκάθαρση»
την εξουσία σου,
καταργώντας εαυτόν από παρακλάδι
ριζωμένης, τετριμμένης συνήθειας.
Ξέρεις...
Είναι στυφή η γεύση της λήθης στο στόμα μου.
Μια νύχτα δανεική,
μια νύχτα απόθεμα,
μόνο κρατώ.
Για τις ώρες που θα ουρλιάζουν
μέσα στην εκκωφαντική τους σιωπή.
Τίποτα δεν κερδίζεται αναίμακτα...
Κανελάκη Βάσια 
Vasia

(η φωτογραφία είναι της Noell S. Oszvald)