Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Οκτωβρίου 30, 2016

Τρία ποιήματα ,της Μάτση Χατζηλαζάρου

Λιάζομαι μες στη συγκίνηση
των ημερών του Νοέμβρη,
που ξαναφέραμε μαζί.
 Μαζί το ζούμε και το θέλουμε
το πηγαινέλα της φύσης
-τις μυρωδιές του κρύου ανέμου,
τα παγωμένα νίκελ της πόλης,
τον κλειστό χώρο μες στη παγωνιά
όταν αχνίζουν τα τζάμια.
 Ζωή μου, δίπλα σου βλέπω την αναπνοή
και ακούω το καρδιοχτύπι όλων των πραγμάτων.
Ζωή μου, δίπλα σου
είναι η μέρα του ήλιου του μεσονυκτίου.
 Μακριά σου είναι η νύχτα του βορινού χειμώνα.
Ποιήματα 1944-1985.
Από τη συλλογή Μάης, Ιούνης και Νοέμβρης.
~~~              ~~~             ~~~



Μην είναι γητειά; μην είναι όνειρο;
μην είναι θαύμα;
Το πλάνεμα της σκέψης μου,
ο πυρετός κι οι νοσταλγίες,
 κι ο οίστρος ο τρομερός της σάρκας μου.
Όλα μου σου τα χαρίζω –
μες στον ήλιο και μες στο ερωτικό χρώμα
των ματιών σου.
Πώς πέφτει το φύλλο της λεύκας,
το φύλλο που μαγεύει το φως;
έτσι θε να πέσω μες στην αγκαλιά σου.
Πώς σβήνουν τα τραγούδια
των κοριτσιών το σούρουπο;
 έτσι θε να σβήσω μες στην αγκαλιά σου.
Το γυμνό μου σώμα βρίσκεται
πια στην εύκρατο ζών…

~Μυτριώτισσα~

~Έρωτας τάχα~

Έρωτας τάχα να ‘ν’ αυτό
που έτσι με κάνει να ποθώ
τη συντροφιά σου,
που σαν βραδιάζει, τριγυρνώ
τα φωτισμένα για να δω
παράθυρά σου;
Έρωτας να ‘ναι η σιωπή
που όταν σε βλέπω, μου το κλείνεις
σφιχτά το στόμα,
που κι όταν μείνω μοναχή,
στέκω βουβή κι εκστατική
ώρες ακόμα;
Έρωτας να ‘ναι ή συμφορά,
με κάποιου αγγέλου τα φτερά
που έχει φορέσει,
κι έρχετ’ ακόμη μια φορά
με τέτοια δώρα τρυφερά
να με πλανέσει;
Μα ό,τι και να ‘ναι, το ποθώ,
και καλώς να ‘ρθει το κακό
που είν’ από σένα·
θα γίνει υπέρτατο αγαθό,
στα πόδια σου αν θα σωριαστώ
τ’ αγαπημένα.

~Τα βήματα~

Τα βήματα, τα βήματά σου
τα γνώριμα τ’ αγαπημένα που είναι χαμένα.
Έχω ποθήσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέρια.
Κι έχω διψάσει τα φιλιά σου
και πια με σφάζουνε μαχαίρια.
Σαν θυμηθώ τα βήματά σου,
καίγονται ξαφνικά τ’ αστέρια.
Βρίσκομαι μες την αγκαλιά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου.
Τα βήματα, τα βήματά σου,
μες τα όνειρά μου τρομαγμένα,
φτάνουν σε μένα.
Έχω ξεχάσει τη μιλιά σου,
τα μάτια σου, τα δυο σου χέ…

Τρία ποιήματα, της Emily Dickinson

ΑΓΡΙΕΣ ΝΥΧΤΕΣ  Άγριες νύχτες - Άγριες νύχτες!  Αν ήμουν μαζί σου  Οι Άγριες νύχτες θα ήταν  Η απόλαυση μας  Μάταιοι οι άνεμοι  Για μια καρδιά σε λιμάνι  Αρκετά με την Πυξίδα  Αρκετά με τους Χάρτες  Κωπηλατώντας στην Εδέμ  Αχ! η Θάλασσα! Μονάχα να προσόρμιζα  Απόψε Σ' εσένα! 
ΑΝ ΜΠΟΡΩ  Αν μπορώ να σταματήσω  μια καρδιά που πάει να σπάσει  Δεν θα ζήσω μάταια.  Αν μπόρω να απαλύνω  μιας ζωής την Οδύνη  Ή ηρεμήσω άλλου τον Πόνο  Ή να βοηθήσω  ένα μισολιπόθυμο Κοκκινολαίμη  Να μπει ξανά μες στη Φωλιά του  Δεν θα ζήσω μάταια.
ΕΛΠΙΔΑ Είναι η ελπίδα ένα πράγμα με φτερά  που κουρνιάζει στην ψυχή μου  και δίχως λέξεις τραγουδάει τον σκοπό  χωρίς ποτέ να σταματάει.  Και πιο γλυκά  Ακούγεται στην θύελλα  Επαίσχυντη πρέπει να είναι η καταιγίδα  που μπορεί να ταράξει το μικρό πουλί,  που κράτησε τόσους πολλούς ζεστούς.  Το έχω ακούσει στην πιο παγωμένη γη,  Και στην πιο παράξενη θάλασσα  Ωστόσο ποτέ, ούτε στην έσχατη ανάγκη,  δεν ζήτησε ούτε ψίχουλο, από μένα  ΕΜΙΛΥ ΝΤΙΚΙΝΣΟΝ

~Βάλτερ Μπένγιαμιν~Του Χριστόφορου Τριάντη

Οι ισπανοί συνοριοφύλακες κρατούσαν τους φυγάδες στον μεθοριακό σταθμό .Την επόμενη μέρα θα τους παρέδιδαν στους Γερμανούς , στη γαλλική πλευρά των συνόρων . Δεν υπήρχε περίπτωση να τους επέτρεπαν την είσοδο στη χώρα, απέναντι τούς περίμενε η Γκεστάπο . Είχαν χαρακτηριστεί επικίνδυνοι για την ασφάλεια τού ράιχ . Μερικοί απ’ αυτούς είχαν και άλλη «τρομοκρατική» ιδιότητα : ήταν Εβραίοι . Ο πιο «επικίνδυνος»  ήταν ο φιλόσοφος  Βάλτερ Μπένγιαμιν. Σε μια γωνιά του κρατητηρίου , κάτω απ’ το αμυδρό φως της λάμπας, ο Μπένγιαμιν σιωπηλός , διάβαζε Λουκρήτιο . Ξαφνικά σηκώθηκε κι είπε στους συγκρατούμενούς του «Λοιπόν , το ξέρετε κι εσείς ,ο φασισμός είναι η λατρεία του θανάτου . Είναι ο θάνατος . Εμείς αγαπούμε  τις καρδιές , τα βιβλία και τα μάτια θλιμμένα..» Αμέσως μετά άνοιξε ένα φιαλίδιο με δηλητήριο …