Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Οκτωβρίου 27, 2016

Άγγελος Σικελιανός

Στρατιώτες του μετώπου

Σιμά Σας μόνο, εκεί μονάχα πρέπει,
στην πιο αψηλή του μόχτου Σας κορφή,
που τα Έργα δε χωρίζουν από τα Έπη
σα θα ‘μουνα στο πλάϊ Σας, αδερφοί,

εκεί που η λόγχη και το Πνέμα είν’ ένα,
κ’ ένα η ψυχή μαζί με το κορμί,
κι όλα τ’ αόρατα φανερωμένα
στης Εφόδου την ύστατην ορμή,

εκεί μονάχα, τον υπέρτατο αίνο,
με του Αισχύλου τον άκρατο σκοπό:
«Η Ελλάδα σκώνεται και τρώει τον ξένο»,
καθώς θα ορμάτε, θ’ άξιζε να πώ!

Αλλ’ αν η λόγχη και το Πνέμα ειν’ ένα,
λογιάστε το η ψυχή μου πόχει βγεί
να Σας προλάβει πιο μπροστά από μένα …
Κι ακούοντας την υπέρτατη κραυγή,

ακούοντας τον ακράτητο αυτόν αίνο,
με του Αισχύλου τον άκρατο σκοπό:
«Η Ελλάδα σκώθηκε και τρώει τον ξένο»,
πέστε πως ήρτα αυτού να Σας τον πώ!
Άγγελος Σικελιανός



(Πίνακας του Ἀλέξανδρου Ἀλεξανδράκης: Ὁ ζωγράφος τοῦ ἔπους τοῦ 1940)

Οδυσσέας Ελύτης

Άσμα ηρωϊκό και πένθιμο,για τον χαμένο Ανθυπολοχαγός της Αλβανίας




Ήταν ωραίο παιδί. Την πρώτη μέρα που γεννήθηκε
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης να φανεί
Στους ώμους της στεριάς το στάρι που αναγάλλιαζε·
Σκύψανε τα βουνά της Θράκης και το φτύσανε
Μια στο κεφάλι, μια στον κόρφο, μια μες το κλάμα του·
Βγήκαν Ρωμιοί με μπράτσα φοβερά
Και το σηκώσαν στου βοριά τα σπάργανα…
Ύστερα οι μέρες τρέξανε, παράβγαν στο λιθάρι,
Καβάλα σε φοραδοπούλες χοροπήδηξαν
Ύστερα κύλησαν Στρυμόνες πρωινοί
Ώσπου κουδούνισαν παντού οι τσιγγάνες ανεμώνες
Κι ήρθαν από της γης τα πέρατα
Οι πελαγίτες οι βοσκοί να παν των φλόκων τα κοπάδια
Εκεί που βαθιανάσαινε μια θαλασσοσπηλιά,
Εκεί που μια μεγάλη πέτρα εστέναζε!

Ήταν γερό παιδί·
Τις νύχτες αγκαλιά με τα νεραντζοκόριτσα
Λέρωνε τις μεγάλες φορεσιές των άστρων
Ήταν τόσος ο έρωτας στα σπλάχνα του
Που έπινε μέσα στο κρασί τη γέψη όλης της γης
Πιάνοντας ύστερα χορό μ’ όλες τις νύφες λεύκες
Ώσπου ν’ ακούσει και να χύσ’ η αυγή το φως μες στα μαλλιά του,
Η αυγή που μ’ ανοιχτά …

Εικοσιοχτώ του Οχτώβρη του 1940

~Άγγελος Σικελιανός ~

Το γένος βουλιαγμένο μες στον αιώνα
να λυτρωθεί μονάχο του μπορεί
μα να ξυπνήσει πρέπει η πλέρια Μνήμη
βαθειά του, αδάμαστη και τρομερή.

Κανείς δε θα ξεφύγει τη γενιά του!
το βάρος της θα σπάσει ως τη στιγμή,
που βγαίνοντας από τη λησμονιά του
στο φως που πια δεν στέκουν δισταγμοί.

Της ζωής θε να ντυθεί την πανοπλία,
και μ’ ακέριο τον άγιο σκελετό
των περασμένων, θα στηθεί στη γη του
με το κεφάλι αλύγιστο κι ορτό!

Ελέγαμε: ένα Μαραθώνα ακόμα! Ελέγαμε: Μια Σαλαμίνα ακόμα! Ελέγαμε: Ακόμα ένα εικοσιένα! Κι ήρτες τέλος συ, Μητέρα-Μέρα, οπού αγκάλιασες κι ανύψωσες ολόκληρα τα περασμένα στον ανώτατο λυτρωτικό σκοπό τους, στον υπέρτατο τους ηθικόν Ιστορικό Ρυθμό!
Ω δικαίωση όλων των ελληνικών αγώνων! Ω ύψιστη ηθική στροφή μέσα στο χάος ολόκληρου του Κόσμου! Και μαζί, ω γιγάντια, πλέρια ιστορική καταβολή, από την οποία, ..Ν ι κ η τ έ ς, οι Έλληνες, θα ξεκινήσουμε αύριο, πρωτοπόροι της πνευματικής ανάπλασης ολόκληρης της γης!
Ω Μέρα-Μάννα, που μας έσπασες ακέρια κι ως …