Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απριλίου 8, 2016

Ντίνος Χριαστιανόπουλος

Επικίνδυνη Μοναξιά

Ὅταν τὶς νύχτες τριγυρνῶ στὴ μοναξιά μου,
ψάχνω μέσ᾿ σὲ χιλιάδες πρόσωπα νὰ βρῶ
ἐκεῖνο τὸ τρεμούλιασμα στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ σου.
Ἂν ἔστω κι ἕνας μόνο ἀπηχοῦσε
κάτι ἀπ᾿ τὴ δική σου ὀμορφιά,
θὰ τοῦ ῾λεγα: -«Λοιπόν, τί περιμένεις;
μὲ τὰ καρφιὰ τῶν παπουτσιῶν σου κάρφωσέ με
».
καὶ δὲ θὰ καρτεροῦσα πιὰ γλυκὸ φιλὶ
οὔτε μία τρυφερὴ περίπτυξη.

Αναστολή

Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.
(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»)

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Εκείνοι πού μας παίδεψαν

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ...


Ενός λεπτού σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;
(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)


Το Δάσος

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα καὶ κλαδιὰ
κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε.
Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στὶς λόχμες του ὁ …

Ο Ποιητής, Φώτης Αγγουλές

 ΑΝ Είν’ ένα δάσος γύρω μας συρματοπλέγματα ψηλά κι έχουν απ’ έξω κλείσει την ανοιξιάτικια χαρά που μας χαμογελά.
Πίσω απ’ το σύρμα βλέπουμε την όμορφη τη δύση και τη γλυκιάν Αυγή, εμείς που τόσον είχαμε τη Λευτεριά αγαπήσει.
Άραγε, από το σύρμα αυτό, που το’ χουμε ποτίσει με τόσα δάκρυα κι αίματα, αν κάποια μέρα ανθίσει, τί λούλουδο θα βγει;




 Στην ιστορία Έλληνες ήρθαν πάλι… Η θάλασσα τούς ξέβρασε στις ανατολικές αχτές, προχτές.
Βγήκαν πνιγμένοι στη στεριά και παραμορφωμένοι, πρησμένοι σαν τουμπιά και μελανοί, μα όσο κι αν τόκρυψε η νυχτιά το δράμα τους να μη φανεί,
το νόημα βγαίνει.
Τον ξέρομε τον ένοχο, είναι γνωστή η αιτία… Στα φαγωμένα μάτια τους κοίταξε μέσα και θα δεις μια χαλασμένη πολιτεία.
Μα μην τους θάψετε, γιατί, θα χάσει σχήμα η Φρίκη. Κι όταν γραφτεί η ευγενικιά φασιστικιά ιστορία, έτσι, πρησμένους, βάλτε τους κι αυτούς σε μια προθήκη.


 Όαση Σαρκάζει σαν παράφρονη, με καγχασμό η ψυχή μου, τ’ άστρινα μάτια σου, ουρανέ, που κλαιν με δάκρυα φωτεινά, πάνω απ’ το καραβάνι μας που η δίψα το περιπλανά γι…

Χαμηλοφώνως,Δημήτρης Π.Παπαδίτσας

Διότι εἶσαι τὸ πρῶτο ἐφετινὸ χελιδόνι ποὺ μπῆκε ἀπ’ τὸ φεγγίτη ἔκαμε τρεῖς γύρους στὸ ταβάνι καὶ ἤσουν κατόπιν ὅλα μαζὶ τὰ χελιδόνια
Διότι εἶσαι μιὰ μεριὰ ἤρεμη τῆς θάλασσας ὅπου τὸ κύμα
Κόβει κομμάτια τὸ φεγγάρι καὶ τὸ ρίχνει στὴν ψιλὴ ἄμμο
Διότι τὰ χέρια μου εἶναι ἄδεια σὰν καρύδια ποὺ ἡ ψίχα τους φαγώθηκε ἀπὸ παράσιτα
Κι ἐσὺ τὰ γέμισες μὲ τὰ μαλλιά σου καὶ τὸ μέτωπό σου
Διότι στὰ μαλλιά σου περνῶ τὰ δάχτυλά μου ὅπως περνάει ὁ ἀγέρας ἀπὸ φύλλα κυπαρισσιοῦ
Διότι εἶμαι ἕνα σπίτι ἐξοχικὸ κι ἔρχεσαι μόνη τὸ καλοκαίρι καὶ κοιμᾶσαι
Καὶ ξυπνᾶς πότε-πότε τὰ μεσάνυχτα ἀνάβεις τὴ λάμπα καὶ θυμᾶσαι
Διότι θυμᾶσαι
Γι’ αὐτὸ σ’ ἀγαπῶ κι ἀνάμεσα στὰ τελευταῖα πουλιὰ εἴμαστε μαζὶ
Κι ἀπέναντί μας ἡ θάλασσα φθείρεται ν’ ἀνεβοκατεβαίνει τὰ δέντρα
Ὅπως πηγαίναμε σὲ μιὰ κατηφοριὰ τῆς Βάρκιζας
Κι ἕνα γύρω οἱ χρωματιστὲς πέτρες μας ἀκολουθοῦσαν
Γιατί ὅταν σκύβω πάνω ἀπὸ πηγάδια βλέπω τὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ καὶ λέω: νὰ τὸ ριζικὸ κι ἡ ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζὶ τρεῖς τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες ἀπ’ τὸ κ…
Αντώνης Χρ.Περδικούλης,Τα Φώτα Στα Νερά
https://issuu.com/lewnidasskylitzhs/docs/perdikoylis_final_e-book_



Δείγμα γραφής:

ΠΛΗΓΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

Ηπληγή του ονείρου ξανανοίγει Η νύχτα σαβανώνει τα βουνά Μεσοστρατίς ελλοχεύει ο άνεμος Εκκωφαντικός με το λιγνό του άτι Οι καρδιές παλιννοστούν στο διάσελο Ούτ’ ένα λάλημα ούτε κι αχός Τα ελέη του ονείρου σεργιανίζουν Ανάβουν τους φανούς της νύχτας..

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΟ

Μετά τον έσπερο ο παφλασμός Κρουνός βαρύς σαν κέρβερος Πείνασα κι έψαξα τους λιγοστούς Να φάω λωτούς κι ανάβλεψα Τότε μεθούσε στην ποταμιά Με ‘ μυγδαλιά και δυόσμο η άνοιξη Ήταν αστεία και χαρωπή Κόρη σκυφτή πάνω στα βρύα Μα τώρα γύρνα να δεις που εχάθη