Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Νοέμβριος, 2016

ΛΥΚΑΙΑ ΙΕΡΟΦΙΛΗ

Της παλάμης τις γραμμές αναγνωρίζω
Τσιγγάνας παιδί κι ανέμου γέννα,
σαν ο Βορρινός με διδάσκει.
Λειτουργιά τελώ, της γης επιφώνημα.
Πρωινό φως, γιορτή μου και
πουλιά εκκλησίασμα.
Άπατρις!
Την ηχώ του χρόνου αναζητώ
Επίγεια μοίρα.
Σ΄άγραφους σκοπούς και νόμους
πειθαρχία τηρώ!
Στο νου του ενός γεννήθηκα.
Στης λογικής τις εσχατιές,
αέναους κυκλους διαγράφοντας.
Μάγισσα εγώ!
Ιεροφίλη η Λυκαία ,
Μοιρα μου να χρησμοδοτώ!
Κι άλλης ζωης να προσμένω
το ξημέρωμα.
Λυκαία Ιεροφίλη
Ελευθερία Παραγιουδάκη

(η Φωτογραφία από το διαδίκτυο)


Μάνος Καστέλης

ΑΝΟΙΞΗ
Ένα βράδυ,
είδα τ'απόκρυφα της μικρής
πορτοκαλιάς μου.
Την αυγή τα πουλιά μου μίλησαν
για το ζευγάρωμα των χρωμάτων.
Το θρόισμα της κρυφής μου ελπίδας
μύριζε μέντα.

ΚΑΛΟΚΑΙΡΙ
Στο πορτοκαλί σου φουστάνι
είδα την ξεδιάντροπη νιότη
κι έκλαψα.
Λιοπύρια και θάλασσες συνηγορούσαν.
Τις νύχτες,τα μελτέμια της καρδιάς μου,
αναζητούσαν απελπισμένα
την έξοδο κινδύνου.

ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ
Ένας κόσμος γύρω μου
χτιζότανε με φύλλα.
Ο θρίαμβος της μοναξιάς με τυραννούσε
Η σημαία του ήλιου
όπως πάντα μεσίστια.

ΧΕΙΜΩΝΑΣ
Πίνοντας τις αντάρες του,
είδα τα όνειρα να πεθαίνουν.
Η ώρα της θλίψης!
Η αποθέωση των ανέμων!
Το βαλς των κυμάτων!
 Καστέλης Μάνος

(Ο πίνακας  είναι του,Mucha Alphonse)

Τα Γκρεμισμένα σ' αγαπώ~ Μάριος Λεβέντης~

Τα Γκρεμισμένα σ' αγαπώ

Έσυρα τα γκρεμισμένα <<Σ' αγαπώ>> αυτές τις πεθαμένες λέξεις πάνω στα γιαπιά της καρδιάς μου.

Έσυρα τα πάντα, απ΄τα υπόγεια του είναι μου μήπως κάπου σε πετύχω.

Κι ήσουνα παντού σε κάθε μου σκέψη σε κάθε μικρή μου ανάσα, κι ήταν τα μαλλιά σου κλωστές να επουλώνω τις βαθιές πληγές προσπαθώντας μάταια να τις κλείσω.

Αφού η απουσία σου είναι πάντοτε και θα 'ναι η μέγιστη πληγή.

Και γίνανε τα όνειρά μου σκόνη στου χωρισμού μας την οικοδομή.

Εκεί μου μείνανε οι πεσμένοι τοίχοι χωρίς να βρω την τύχη σύνορα να μου γελάσουν να 'ρθω να σε βρω.

Κι άφησα τα γκρεμισμένα σ' αγαπώ μας στην γκρεμισμένη μας ζωή.
Μάριος Λεβέντης


(από την ποιητική συλλογή:Η Δεύτερη Άνοιξη~Εκδόσεις ,Γαβριηλίδη Αθήνα 2016)

Χρίστος Γεωργούσης~Ανεπίδοτα Της Αγάπης~

~Επιστολή Ατελείωτη~
 (απόσπασμα)
Εγώ σου γράφω,αλλά είσαι συ ο Μάιος εσύ που λάμπεις,εσύ που κατεβαίνεις απ΄τον ουρανό με επουράνια σκάλα.Γυρέψαμε να σου δώσουμε το ανεπίδοτο,μήπως ξεκλειδώσεις το όστρακο της ψυχής σου,μήπως απλώσεις τις φοβισμένες κεραίες σου,μήπως τολμήσεις επιτέλους σημαίες ελευθερίας.Τι άλλο να πούμε που να μην είναι ψεύτικο,βαρετό και κοινότυπο;
Έπιασε ψύχρα πάλι και από
παλιά σπασμένα ποιήματα μαζεύουμε λέξεις-κλαδιά
ν'ανάψουμε φωτιά να ζεσταθούμε.Απ'το πιθάρι της πίκρας είναι τα περισσότερα λόγια,σταφίδες και σύκα,της αγάπης ανεπίδοτα όλα.
Τα όσα αγαπήσαμε,τα όσα ματαίως αναζητήσαμε,τα φέρνει η μνήμη μπροστά μας με φλόγες μουσικής,τρίξιμο ξύλων που καίγονται.
Χορτάσαμε βλέπεις δώρα διαρκώς διαψεύσεων.
Έννοια σου,με το χυμό του χριστάγκαθου σχεδιάζω κάτι στ'ανοικτά της παλάμης σου κόκκινο για να με θυμάσαι,για να μην έχει δύναμη πάνω σου κανένα μάτι κακό.Κράτα τη θάλασσα έτοιμη,λύσε τους κάβους,άνοιξε τα πανιά και προχώρα.Κοίταξε στα μάτ…

~Όταν γράφω ποίηση,Χριστόφορος Τριάντης~

Όταν  γράφω ποίηση, ξεχνώ τη γεωγραφία των ιδεών και ταξιδεύω στις λέξεις. Όταν  γράφω ποίηση, δεν υπάρχει ο κόσμος, παρά το άγγιγμα του τέλους και το αγκάλιασμα της μοναξιάς  . Όταν γράφω ποίηση, ανασκολοπίζω τη χυδαιότητα της ύπαρξης, την ειμαρμένη της ωριμότητας. Όταν γράφω ποίηση, μένω στάσιμος, δεν ξεφεύγω απ’ την πραγματικότητα . Όταν  γράφω ποίηση, δεν προχωρώ στέκομαι ακίνητος, προσηλωμένος στις εικόνες της μνήμης . Όταν  γράφω ποίηση, δεν υπάρχει νοσταλγία, παρά ο θάνατος μασκαρεμένος σαν παιδί. Όταν γράφω ποίηση, παραμερίζω  τη λέξη ελπίδα και τη σκέψη μεγαλώνω,  μέσ’ απ’ του λυκόφωτος τα βήματα. Όταν γράφω ποίηση, θέλω να ’ναι νύχτα, η μέρα είναι βασίλισσα της αγέλης και εγώ είμαι δούλος  της βαθιάς σιωπής, που βγαίνει απ’ τα ποιήματα του κόσμου… Τριάντης Χριστόφορος

(αναδημοσίευση από:http://lefkoilykoi.blogspot.gr/2016/05/blog-post_22.html)

"Θεός αν είσαι" Άγγελος Δημητρόπουλος

"Θεός αν είσαι"
Δικαιούχος
Ελεύθερης
σκέψης,
απλώνομαι
με σθένος
Ψυχής,
σ' αυτά
τα μέρη
που αγγίζονται
οι πνοές,
ορθοπατούν
χαμένες
λέξεις
και θρέφονται
με Όνειρα,
ανήλιαγες
πληγές...
Ποιος                             
Ουρανός
Ηλιόφωτος,
στρώνει
τα φύλλα
της καρδιάς
στο νυφικό
κρεβάτι,
για
να
ξαπλώσει
η νυχτιά,
ν' αγκαλιαστεί
με τ' άστρα,
ν' αναστηθεί
η Φλόγα μας,
στου
Έρωτα
τα
κάστρα;;;
Αν φύγεις
θα σε καρτερώ,
αν πιεις Φιλί
θα ξεδιψάσω
κι' αν θύμησες
τ' Ονείρου μας
πλησιάσουν
το Θεό,
θα σου χαρίσω
Σώμα
και
Ψυχή,
να
σε
δοξάσω..!!

(Ο ερωτισμός του θέλω
σε κάνει να μπορείς,
αρκεί να εκτίθεσαι σαν αερικό
στις ψυχικές σου αισθήσεις)...

Άγγελος Δημητρόπουλος

Τρία Ποιήματα~Αιθέριος Αγαπημένος(Νικήτας Τσιενές)

"Οδηγός η Αγάπη(Μυστικά αλλόφρονα)"

Σα να μην έχω τίποτε και πάλι ν'αρχινώ....Σωπαίνω θα πει μιλώ μ'έναν άλλο τρόπο.Στο στράγγισμα της μέρας μι'αλλόκοτη ευτυχία,παράπον'ο αγέρας που νοσταλγεί τα θεία.....Ο αγέρας που δίνεις για να περάσεις απ'τον έναν στίχο στον άλλο φοβερός κι ανεπανάληπτος! Ώστε ν'αξίζουν όλα απίστευτη σιωπή και πάλι ε,γι'αμόλα προς αίσθηση νωπή.Φρεσκοπλυμμένος δρόμος σου μιλά,απόδειξη μιας λευτεράδας που ορίζει,ζαλίζει κι απαλαίνει τη φωτιά που σου αποκαλύπτεται και σου εκμυστηριεύεται μυστικά αλλόφρονα που ταράσσουν τα ηχοχρώματα της νιότης που αφήνεται διά να φέρνει και να παίρνει ζωές.Σαγήνη κι ορυμαγδός,θαλασσί και πράσινο χαμένο παντού και μες σε μάτια.Ορατή η Αγάπη οδηγός και στους πιο άξενους καιρούς,Εκείνη γαρ γεννεσιουργός και καταστροφέας τους........





"Παράπονο για..το παράπονο"

Φριχτό το δάσος ανέδιδε ανταύγειες του Αδυνάτου παφλάζοντας ή πετώντας έρημες,μοναχικές δόξες δίχως κάποιο γιατί ως…

Ανέγγιχτη Θλίψη~ Χριστίνα Γαλιάνδρα~

*Τρία ποιήματα από την νέα ποιητική συλλογή:''Ανέγγιχτη Θλίψη''
    της Χριστίνας Γαλιάνδρα  ~Christina Strada~

~ΣΤΟΝ ΤΟΠΟ ΠΟΥ ΓΕΝΝΗΘΗΚΑ~
Τα πουλιά τραγουδάνε ελεύθερα. Τα δέντρα απλώνουν περήφανα τα κλαδιά τους και τα βουνά με στοργή αγκαλιάζουν τους κάμπους.
Η θάλασσα σβήνει τη φλόγα του πόνου. Ο ουρανός πάπλωμα με χρυσοκέντητα αστέρια και η κάθε πέτρα χορταριάζει για χάρη μας.
Ο άνεμος περπατάει σφυρίζοντας. Η βροχή πέφτειγια να δροσίσει το χώμα μας και το κρύο αγγίζει τη σάρκα δειλιάζοντας.
Στον τόπο που γεννήθηκα.
Οι ζωντανοί τιμάνε τους νεκρούς. Οι νεκροί απ’ το μπράτσο πιάνουν τον θάνατο κι ο θάνατος στη γωνία δακρύζει για τις ανάσες μας.


~ΑΝΕΓΓΙΧΤΗ ΘΛΙΨΗ~

 Νύχτα ατίθαση
φόρεσες τα άστρα
έβαλες το άρωμα της γοητείας και βγήκες.                     


Έξω από την κόλαση της ψυχής μας κυκλοφορείς
συντροφιά ψάχνεις πάλι
μα συγχώρα με
δεν έχω διάθεση.

Στο καβούκι μιας θλίψης θα κλειστώ.
Μιας θλίψης παρθένας.
Ανέγγιχτης.

Νύχτα ατίθαση
με τα μάτια στραμμένα στον κό…

Τρία ποιήματα,Άννα Αχμάτοβα

Πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο...
Καθόλου δε με συγκινεί ο στόμφος της ωδής
Και δε με γοητεύει η έξαρση της ελεγείας.
Κατά τη γνώμη μου το παν στους στίχους πρέπει να ’ναι ασυνήθιστο,
Σαν αρμονία της κακοφωνίας.

Θα εκπλαγείτε σα’ γνωρίσετε μες από ποια σκουπίδια
Οι στίχοι μεγαλώνουν δίχως συστολή.
Όπως ραδίκι κίτρινο κάτ’ απ’ το φράχτη,
Σαν κολλιτσίδα στρογγυλή που ενοχλεί.

Κραυγή οργής και δυνατή οσμή της πίσσας,
Μούχλα είτε ξερόφυλλο που πέφτει χάμου...
Και να ο στίχος αντηχεί και σφριγηλός, και στοργικός,
Για ευχαρίστηση δικιά σας και δικιά μου.
 ***
Γιατί... 
Γιατί στη λάσπη το ψωμί μου πετάξατε
Και δηλητηριάσατε το νερό
Γιατί την μισοπεθαμένη Λευτεριά
Την ρίξατε στο μπουντρούμι βρομερό.
Διότι δεν έδειξα χαρά,
Όταν τους φίλους μου εκτελέσατε,
Διότι τις ιδέες σας δέχτηκα χλιαρά,
Τις οποίες εσείς μεγαλοφυής αποκαλέσατε.
Πάντοτε, χωρίς ικρίωμα και δήμιο
Ο ποιητής πάνω στη γη δε ζει
Και αυτό το επιζήμιο ειδύλλιο
Στο σύμπαν θα συνεχιστεί.

***
Υπάρχει μες στη σχέση γραμμή μια μύχια,
Όπου δ…

Όσκαρ Oυάιλντ

Δεν αγαπώ και τόσο τα παιδιά σου Ελευθερία,
Τυφλούς που ζουν για την ημέρα την αυριανή,
Άξεστους με στενοκεφαλιά τους την αγνή
Αλλά το χάος, η τρομοκρατία, του λαού η ανταρσία
Με πάθη μου συγγενεύουν, όπως η θάλασσα με την κακοκαιρία,
Και η οργή τους η ορμητική, για την ψυχή μου είναι αρεστή,
Αλλιώς, ας η αυθαιρεσία των εξουσιών η εκλεκτή,
Με προδοσία, με μαστίγιο, με πονηρία,
(Καλώντας εις βοήθειαν το ψέμα, την απάτη, τη βία),
Δίκαια του λαού καταπατεί ο συρφετός της εξουσίας παθογόνος,
Ούτε θα κουνηθώ… Σκασίλα μου! Ωστόσο, κι όμως…
Αυτούς τους μάρτυρες ο άθλος τον οποίων είναι τραγωδία,
Που χάνονται στους δρόμους και στις φυλακές σφαδάζουν,
Μάρτυρας ο Θεός, είμαι απ’ αυτούς που τους μοιάζουν.

 Μετάφραση:Γιώργος Σοϊλεμεζίδης

Ράντυαρντ Κίπληνγκ~Αν...

Εάν μέσα στην αναστάτωση κρατάς την ψυχραιμία,
Ομοίως υποδέχεσαι τη δόξα και το κραχ…
Και ξεπερνάς αδιάφορος την ύπουλη συκοφαντία
Με σιγουριά εκπέμποντας το δίκαιο σαν πατισάχ.
Εάν μπορείς μ’ υπομονή να περιμένεις ως την ορισμένη ώρα,
Μες στον ωκεανό ψευτιάς να μείνεις αψευδής.
Εάν δαμάζεις μέσα σου την μισαλλοδοξία την αιμοβόρα,
Και δεν εκθέτεις τον εαυτό σου ως πολύξερο και αμαθή.

Εάν του ονείρου απατηλού δεν καταντάς να γίνεις σκλάβος,
Δε λογαριάζεις τη ροή της σκέψης σου σαν ύψιστο αυτοσκοπό,
Την ήττα και τη νίκη που σου στέλνει η ζωή απρόβλεπτη σαν χάος
Τις δέχεσαι αδιάφορος και ήρεμος με ύφος αρρενωπό.
Εάν έχεις τη δύναμη να συγκρατιέσαι, όταν κλέβουν το δικό σου λόγο
Για ν’ αμαυρώσουν την αλήθεια σου οι επιδέξιοι απαγωγείς.
Εάν το έργο της ζωής γκρεμίζεται από την τυφλή μοίρα
Και πάνω στα ερείπια μπορείς ξανά θεμέλιο να ανοικοδομείς.

Εάν ρισκάρεις και ποντάρεις στην κορώνα, όμως βγαίνει: γράμματα,
Όλο το βιος σου χάνεις μες σε μια στιγμή
Και το ειρωνικό χαμόγελο, και η μεγάλη…

Το πάθος μιλάει με την αφή- Αλκυόνη Παπαδάκη

"Ήταν καλά κρυμμένοι ανάμεσα στις πυκνές καλαμιές. Ούτε αστέρια δεν τους έβλεπαν. Μόνο αν περνούσε κανένα νυχτοπούλι, θα πλήγωνε με τη φτερούγα του την ανάσα του έρωτα τους.
Δεν μιλούσαν.
Δεν είχαν να πουν λόγια αγάπης ούτε να δώσουν όρκους αφοσίωσης.

Το πάθος μιλάει με την αφή.
Αυτή ανάβει χίλιες πυρκαγιές και κάνει στάχτες τα κορμιά.
Ύστερα, πάνω στις στάχτες και στ’ αποκαΐδια, κάνει βόλτες και σκαλίζει την ψυχή.
Σκαλίζει ήλιους τα μεσάνυχτα και κόκκινα φεγγάρια τα καταμεσήμερα.
Σκαλίζει… κι ονειρεύεται…

Τα μικρά ξεφωνητά το πάθους τους τα ‘παιρνε το αεράκι και τα ‘παιζε ανάμεσα στις καλαμιές.
Τα κάρφωνε σαν πολύχρωμες χάντρες στα κιτρινισμένα φύλλα.
 Τα ‘δενε δαχτυλίδια και τα φορούσε στα χλωρά καλάμια.
Στα κορμιά τους έκανε αυλάκι ο ιδρώτας κι έτρεχε.
Και γύρω από το αυλάκι άνθιζαν όλα μαζί τ’ αγριολούλουδα της ασφοδελιών.

Πέρα στα σκίνα, δυο μεγάλα γυαλιστερά φίδια ζευγάρωναν πάνω στον ώμο της νύχτας
και της άφηναν κόκκινα σημάδια στο λαιμό.
Δυο μεγάλα γυαλιστερά φίδια… γλ…

Το κορίτσι που ονειρευότανε το πέλαγος,Αλκυόνη Παπαδάκη

Αυτό το κορίτσι ήξερε μόνο να χαϊδεύει.. Δεν έμαθε να σπρώχνει ποτέ τον άλλο παραπέρα, ακόμα κι όταν της έβαζε τρικλοποδιές.. Προτιμούσε να πέφτει εκείνη.. Προτιμούσε να βρέχεται, να γίνεται μούσκεμα, προκειμένου να σκεπάσει με το αδιάβροχό της αυτόν που στεκόταν δίπλα της.. Προτιμούσε να βασανίζεται, να κάθεται κατάχαμα και να ξεπαγιάζει, παρά να ζητήσει από τον άλλο να της δώσει πίσω την καρέκλα που της είχε αρπάξει.. Δεν έδειχνε ποτέ τη δύναμή της, για να μη φέρει σε δύσκολη θέση κανέναν.. Δεν τόλμησε ποτέ και για τίποτα να βάλει σε πρώτο πλάνο τον εαυτό της.. Σαν να είχε ενοχές για ό,τι στραβό υπάρχει σ' αυτό τον κόσμο.. Κι όχι βέβαια πως δεν έκανε όνειρα.. Όχι πως δεν περίμενε απ' τη ζωή να της προσφέρει δώρα. Μόνο να... Καθόταν εκεί στην ακρούλα και περίμενε... Δεν έκανε καμιά κίνηση γιατί της φαινόταν προκλητική.. Κρατούσε ένα βότσαλο κι ονειρευόταν το πέλαγος... Τίποτ' άλλο...
Αλκυόνη Παπαδάκη

Επιτυχία και Θλίψη,Του Χριστόφορου Τριάντη

Η επιτυχία της ήταν μεγάλη.Ήταν η καλύτερη ηθοποιός της χώρας και ολόκληρης της Ευρώπης.Πρόσφατα,κέρδισε το πρώτο βραβείο για την ερμηνεία της στην ταινία«Ευτυχία». Είχε δόξα,χρήματα και μεγάλη οικογένεια.  Η λαμπερή εικόνα όμως,δεν ξεγελούσε τον πρώτο της άνδρα.Όταν την παρατηρούσε προσεκτικά,έβλεπε πως η επιτυχία την είχε κάνει:πιο σκληρή,πιο τραχιά,λιγότερο όμορφη.Μεταμορφωνόταν σ’ ένα πλούσιο χωράφι,γεμάτο αγκάθια και πέτρες. Θυμήθηκε πόσο όμορφη γινόταν,τον καιρό που η θλίψη όργωνε την ψυχή της σαν πυρακτωμένο αλέτρι,και ο πόνος χάρασσε-βαθιά-τα μάτια της.Τότε την αγαπούσε απόλυτα. Η θλίψη της έμοιαζε με μια πληγή,που αν και συνέχιζε να ματώνει,ασυναίσθητα γιατρευόταν κι έκλεινε.Η αγάπη του νικούσε τον πόνο. Τριάντης Χριστόφορος

ο πίνακας  είναι του Frank Dicksee [1853-1928 ]

Η θλίψη της δύσης, Μαρία Πολυδούρη

Έτσι κι' απόψε ανάτειλαν του δειλινού τα ρόδα
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
έτσι κι απόψε σβήνοντας εφυλορρόησαν όλα
καθώς τα ξαγναντώ κάθε φορά.
Και κάθε μια φορά ρουφώ από την ανατολή τους
όλη τη ροδοστάλαχτη χάρη τους και μεθώ
ακόμη κι' απ' τη σιγανή, την υστερνή πνοή τους.
(Έτσι, τη κάθε μια χαρά τη χαίρομαι όλη ως πέρα).
Μα έτυχε απόψε βλέποντας τη Δύση, να σκεφτώ
πως τάχατες η αγάπη μας θάσβηνε κάποια μέρα'
Κι' όπως απόψε ανάτειλαν του δειλινού τα ρόδα
χρυσόχρωμα, ροδένια, πορφυρά,
όπως κι' απόψε σβήνοντας φυλορροούσαν όλα
είχα μια θλίψη τούτη τη φορά'
Πολυδούρη Μαρία


(Η πηγή της φωτογραφίας είναι: Planet Earth twitter account)

Η αγάπη του Ποιητή,Μαρία Πολυδούρη

Μ' απάντησες στο δρόμο σου, Ποιητή.
Ήμουν το πρωτολούλουδο του Απρίλη.
Η δίψα της αγάπης που ζητεί
σου φλόγιζε τη σκέψη και τα χείλη.

Ήμουν το πρωτολούλουδο. Κλειστή
τότε η πηγή των στοχασμών μου, εμίλει
μόνο η καρδιά μου αθώα και λατρευτή,
όταν το πρώτο βλέμμα μου είχες στείλει.

Με τον καιρό, τον πόθο σου σ' εμέ
να φανερώσης σίμωσες. Ωιμέ,
είμασταν μια γενιάς παιδιά. Η καρδιά μας

Αγάπαε με το πάθος που ζητά
να πάρη, το αισθανθήκαμε φριχτά
και πήραμεν αλλούθε τη ματιά μας.
Πολυδούρη Μαρία

(ο πίνακας  είναι του  Edward Cucue)

Το δάσος,Μαρία Πολυδούρη

Το Δάσος, κοίτα, απόγυρε
στης Νύχτας την αγκάλη.
Μύρο αποπνέει μεθυστικό,
στενάζει με το αηδόνι.
Το φεγγαράκι πάνω του
περίεργο προβάλλει
και στον καθρέφτη του ρυακιού
τα μάγια του ξαπλώνει.

Επιλογή,Ποίηση μου,Η Πράξη της Ποίησης,Τσακιράκης Γιώργος

Θυμιάματα Της Ποίησης Επιλογή

Μ' άρεσε από παιδί
να ερωτοτροπώ με τα
είδωλα των σειρήνων.

Έλεγα πως θα γινόμουν
ερωτύλος ή ασφόδελος

κι έγινα λευκό άγαλμα
ολοζώντανο.

*

Ποίησή μου λωτέ, σμύρνο του Λιβάνου, πορφύρα κρόκου, Κύπριδα εσύ τρυφερή.


*

Η πράξη της ποίησης είναι εσωτερική.Ο "χώρος" της είναι μοναστήρι και κόσμος, κελί και αρένα, ατραπός και λεωφόρος, σταγόνα και πέλαγος.



Ένας ποιητής είπε: "εγκαταλείπω την ποίηση". Τι πεζό ατόπημα.

*

Ποίηση ιμερόφωνη, Απολλώνια, ανεκτίμητη, λογοφόρε.

*

Ποτέ μη χρεώνεις το ποίημα με μηδενικές αποχρώσεις και συμπυκνωμένα κενά.

*

Σιγαλινά κι αγαληνά εσύναξα τα βέρσα και αποδίνω τα σε σας γιατί πολύ μ' αρέσα.

*

Ο ποιητής κινείται αναπόφευκτα και στα τρία "μετά τα φυσικά" επίπεδα. Κόλαση, καθαρτήρι και παράδεισο. Αυτό είναι αποκλειστικό του προνόμιο όσο βρίσκεται στη ζωή αλλά και μετά από αυτήν. Ή, διαφορετικά, ζει σε αιώνιο καθαρτήρι, με συνθήκες άλλοτε κόλασης και άλλοτε παράδεισου. 

*

Τι απομένει, λοιπόν, στους ποιητές…

Ακριβοθώρητη νοσταλγία,της Μαίρης Σουρλή

Γεννήθηκα σε ορεινά χώματα!
Αγάπησα της ανόθευτης φύσης
τις διαθέσεις κι όλα τα χρώματα.
Εκεί που η ζωή έλαμπε χαμόγελα
και τ’ αγκάθια γίνονταν ρόδα
έπαιζαν παιδιά σε ωραίους χωματόδρομους.
Νιάτα έδιναν χώρο σε νέες ανάσες.
Κυμάτιζαν χωράφια
μεταβάλλοντας σε άρτο σύνεσης τα στάχυα.
Κουδουνίσματα αλόγων
έσερναν κοπάδια σε λιβάδια.
Πλάι στο ποτάμι μεγάλωναν πλατάνια.
Άκουγα το νερό να κυλά στους βράχους!
Μεγάλωσα με περιπάτους
ανάμεσα σε πολύφυλλα δέντρα
που τ’ αγκάλιαζε ο αγνός αέρας της εξοχής.
Αθώο ξεκίνημα!
Μες της απεραντοσύνης την ελευθερία
στην ομορφιά της ποικιλίας
πρωτογνώρισα την ευτυχία!
Μάζευα ηλιολούλουδα κι αστρολούλουδα.
Ανοίγονταν μονοπάτια
πάνω στο χιόνι αχνοπατούσαν
αόρατα αγγελάκια.
Ανάσαινα γύρω της καλοσύνης ουρανό
την ειρήνη του ελατοδάσους
ξύπναγα απ’ τον πετεινό.
Κλωσσόπουλα έπλεκαν τραγούδια
παιδικό γέλιο άνθιζε σε ρόδινα χείλια.
Πόσα θυμόνται άραγε τα πεζούλια;
Θρόιζαν καρυδιές και καστανιές.
Οι κήποι μας είχαν κερασιές
μοίραζαν υποσχέσεις οι μυγδαλιές.
Ο ήλιο…

Ξέρεις..,της Βάσιας Κανελάκη

Ξέρεις...
Θρυμματίζω με λύσσα στα δάχτυλα μου
την αφή σου απόψε.
Ελάχιστα ίχνη θα αφήσω.
‘Ισα μόνο να αγγίζω το κορμί μου,
την ώρα που θα συνθλίβεται το εκμαγείο
κάποιας ονείρωξης στα παρθένα μου σεντόνια.
Αποδομώντας σαρκικά φορτία
συναισθηματικής εξάρτησης,
φτύνω δίχως ντροπή
και τα τελευταία κατάλοιπα οργασμού.
Eξοφλώ και το τελευταίο μου γραμμάτιο
στην υποταγή σου.
Αυτοακυρώνομαι και επαναπροσδιορίζομαι.
Κύτταρο το κύτταρο,
φλέβα τη φλέβα,
συνθέτω από την αρχή την οντότητα μου.
Καθαιρώ στη συναισθηματική μου ... «αιμοκάθαρση»
την εξουσία σου,
καταργώντας εαυτόν από παρακλάδι
ριζωμένης, τετριμμένης συνήθειας.
Ξέρεις...
Είναι στυφή η γεύση της λήθης στο στόμα μου.
Μια νύχτα δανεική,
μια νύχτα απόθεμα,
μόνο κρατώ.
Για τις ώρες που θα ουρλιάζουν
μέσα στην εκκωφαντική τους σιωπή.
Τίποτα δεν κερδίζεται αναίμακτα...
Κανελάκη Βάσια 
Vasia

(η φωτογραφία είναι της Noell S. Oszvald)

Υπέρ Σοφίας,του Χριστόφορου Τριάντη

Ο Λουκιανός έφτασε αργοπορημένος στην αγορά.Εκεί,τον περίμεναν από ώρα οι άρχοντες κι ο λαός.Είχαν μαζευτεί και διάφοροι ξένοι. Άρχισε την ομιλία του « Πολίτες της Συρίας,ο λόγος μου είναι θα έμπλεος λογικής και ουσίας.Oι ανόητοι γέμισαν τη γη,κυριαρχούν.Μα, γιατί η ανοησία είναι προτιμητέα; Γνωρίζω!Γιατί στερείται δύο πραγμάτων:της φαντασίας και του συναισθήματος.Οι πολλοί γίνονται ανόητοι από ευκολία,και αν είναι κι όμορφοι-αυτομάτως-μεταβάλλονται σε άτρωτα όντα.Φαίνεται ότι όλα αυτά ενισχύουν τη διαπίστωση,δηλαδή πως οι ανόητοι νικούν κι οι έξυπνοι είναι οι ηττημένοι του σύμπαντος.Όχι συμπατριώτες μου, λάθος!Η σοφία αναγνωρίζει τη ματαιότητα της ζωής,την ομορφιά της,τη νομοτέλειά της. Αυτά,κανένας βλάκας δεν θα τ’ αντιληφθεί…Ποτέ! »  Τριάντης Χριστόφορος

Το ταξίδι,Κωστής Παλαμάς

Μου σφίγγει ο καημός σαν θηλιά το λαιμό
και μες την καρδιά με δαγκώνει σαν φίδι.
Παράξενο θέλω ν’ αρχίσω ταξίδι,
χωρίς, μα χωρίς τελειωμό.

Το δρόμο μ'αργά να τραβώ, να τραβώ,
αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,
ψυχή να μη βρίσκω ή πάντα να μπλέκω
με κόσμο τυφλό και βουβό.

Να νιώθω τριγύρω πλατιά ερημιά,
κλεισμένα τα σπίτια, τα τζάκια σβησμένα,
ψηλά να μη φέγγει αστέρι κανένα,
και κάτου γυναίκα καμμιά.

Το δρόμο μ' αργά να τραβώ, να τραβώ
αλλά πουθενά και ποτέ να μη στέκω,
ψυχή να μη βρίσκω, ή πάντα να μπλέκω
με κόσμο τυφλό και βουβό.

Ε!ίσως σε τέτοιο ταξίδι αν βρεθώ,
ατέλειωτο, έρμο, σ’ αγνώριστη χώρα,
δε θα `χω περίσσεια λαχτάρα σαν τώρα,
αγάπη από σε να χαθώ.

Ποίηση,Βασίλη Σιουζουλή

Ν’ ανοίγεις τα παιδιά
Που σου χτυπούν την πόρτα
Aπ’ τις ρωγμές τους
περνάει βοριάς
κρυώνουν
και δεν τα κοιτάζει κανείς
Συμφώνησα με το βλέμμα σου
που έφεγγε από ένα δάκρυ
ως το βάθος του δρόμου
Σωστά κατάλαβα
και αναθάρρησα.
Αν δεν κλαις μου είπες
είσαι μισός
και μόνο τη μισή ζωή καταλαβαίνεις
Σιουζουλής Βασίλης 

(Ο πίνακας είναι του Θεόφραστου Τριανταφυλλίδη)

Ο Κύριος αδιάφορος,του Χριστόφορου Τριάντη

Τα προσόντα του τον βοήθησαν να βρει μια καλή εργασία. Από εκεί και πέρα,ανελίχτηκε επαγγελματικά και σύντομα παντρεύτηκε.Σπίτια,αυτοκίνητα,διακοπές,όλα όσα προβλέπονται για μια άνετη ζωή.Οι συνάδελφοί του,του κόλλησαν το προσωνύμιο“ο κύριος αδιάφορος”,γιατί έδειχνε έναν σνομπισμό απέναντι σ’ αυτούς,αλλά και στα πράγματα γενικότερα. Ενδιαφερόταν μόνο για τα χρήματα και την καριέρα. Να,όμως,που οι καταστάσεις αλλάζουν και ο κύριος αδιάφορος ήταν το πρώτο θύμα αυτών των αλλαγών. Η εταιρεία προχώρησε σε απολύσεις. Ανάμεσα στους απολυμένους,ήταν κι αυτός . Από τότε,άρχισε και η μετάλλαξή του.  Συμμετείχε μαχητικά στις διαδηλώσεις,στις πολιτικές συγκεντρώσεις και τα συλλαλητήρια. Αλλά όμως,  ήταν αργά.Γιατί ένας αδιάφορος που γίνεται κάτι άλλο,δεν αλλάζει την ιστορία,ποτέ. Τριάντης Χριστόφορος 
(ο  πίνακας είναι του Giorgio de Chirico)

Η Ποίηση της Ποίησης,Τάκης Σινόπουλος

Το ποίημα ποτέ δεν είναι παρόν. Είναι
μονάχα παρελθόν και μέλλον. Ανάμνηση
και προσμονή. Απουσία από τα πράγματα
και προβολή σε μια πραγματικότητα
που υπήρξε ή θα υπάρξει κάποτε, μέσα
σε μια άξαφνη στιγμή που θα ‘ναι τότε
όλος ο χρόνος.

Αν ζει, αν υπάρχει ακόμα η ποίηση,
τούτο το χρωστάμε σε ‘κείνη την ασήμαντη,
την ταπεινή ρωγμή που λησμόνησαν οι θεοί
στο σφαλισμένο παράθυρο της σιγουριάς
και της άμυνας των ανθρώπων.

Την ώρα που παλεύω μ’ ένα ποίημα
κανείς καθρέφτης δεν υπάρχει για να ιδώ
τη μεταμόρφωσή μου.
Η αναζήτηση τής αλήθειας ή του θαύματος
πέρα από την τυπική χρήση των λέξεων,
σε ωθείσ’ αποκαλύψεις που ποτέ
δεν υποπτεύθηκες, σχέσεις της μνήμης
και του χρόνου με το σώμα σου, αναγκαιότητες
των σπλάχνων σου, ξεριζώματα
απ’ την ίδια σου την ύπαρξη τόσο οδυνηρά,
που τότε μόνο νιώθεις πως οι λέξεις
και τα πράγματα ζούνε μιαν αυθύπαρκτη ζωή
και σε πείσμα της νομιμότητας
αναζητούν μια καθαρότερη έκφρασή τους.

Μιλώντας τόσο πολύ για την πείνα,
ξεχάσαμε να προστατέψουμε το ψωμί.
Τώρα στο ερμάρι τα ποντίκια…

Ποιητής,Ναπολέων Λαπαθιώτης

Πόσο βαθὺ κι ἀσήμαντο συνάμα,
τῆς Ζωῆς καὶ τῆς Τέχνης σου τὸ δρᾶμα,
σ᾿ ἕνα παιχνίδι μάταιο καὶ γελοῖο,
τοῦ Νοῦ σου νὰ σκορπᾷς τὸ μεγαλεῖο!
Μέρα-νύχτα νὰ παίζεις μὲ τὶς λέξεις,
πῶς, πρέπει, μεταξύ των, νὰ τὶς πλέξεις
καὶ πῶς, μαζί, νὰ σμίξεις κάποιους ἤχους,
ὥστε νὰ κλείσεις τ᾿ Ὄνειρο σὲ στίχους!
Πόσος κόπος καὶ πόνος κι ἀγωνία,
νὰ πλάσεις ἀπ᾿ τὴ θλίψη σου ἁρμονία
καὶ νὰ τὴ πλάσεις μ᾿ ὅλους σου τοὺς τρόπους,
γιὰ νὰ τὴ ξαναδώσεις στοὺς ἀνθρώπους!
Μήτε κι ἀληθινὰ ποὺ ξέρω πρᾶμα
πιὸ θλιβερό, ἀπ᾿ τοῦ πόνου σου τὸ δρᾶμα,
τοῦ Πόνου αὐτοῦ, ποὺ στέργει γιὰ κλουβί του,
τὸ χῶρο ἑνὸς ἀνθρώπινου ἀλφαβήτου!
Κι ἀφοῦ, σὰ τὰ μικρὰ παιδάκια, παίξεις,
τόσο καιρό, μὲ ρίμες καὶ μὲ λέξεις
κι ὅλες σου τὶς ἐλπίδες ἀφανίσεις,
χαμένος, ὅλος, μέσ᾿ στὶς ἀναμνήσεις,
μόλις φανοῦν οἱ πρῶτες μαῦρες τύψεις
κι ἔρθ᾿ ἡ στιγμὴ νὰ σκύψεις, νὰ μὴ σκύψεις,
μὰ παίρνοντας μαζὶ τὸ θησαυρό σου,
τὸ Γολγοθᾶ σου ἀνέβα καὶ σταυρώσου!
Ναπολέων Λαπαθιώτ…