Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Μάϊος, 2016
Μαρία Κυρτζάκη,Συναλλαγή

Όπως και να 'χει το πράγμα
Όπως και να 'χει
Περικυκλώνει ο φόβος
Όπως και να 'χει
Η επικοινωνία εκτελείται.
Αστικά λεωφορεία εντός πόλεως
Υπεραστικά εκτός
Και οφείλεις να 'χεις στο χέρι το αντίτιμο
Της διαδρομής
Της εγκαρδιότητας
Της οικειότητας
Της συνουσίας

Αυτόματος μετρητής
Αυτόματος πωλητής

Για να μην υποπτεύεσαι
Για να μη σε υποπτεύονται
Να μη σε φοβίζουν οι σκιές
Ο φόβος
Ο φόβος
Τίμιος στη συναλλαγή
Για να μη γίνονται σύμβολα οι ασπασμοί
Να μη μπερδεύεσαι
Να μη μπερδεύεσαι
Να μη μπερδεύονται

Μαρία Κυρτζάκη 


Μαρία Κυρτζάκη,Ας μιλήσουμε

Οι καιροί που φτάσαμε
Οι καιροί που δεν προλάβαμε την αντοχή τους
Όλα αυτά μαζί κι ο φόβος
Μαζί κι ο θάνατος
Και το χέρι που δεν άγγιξε το άλλο χέρι
Και τα μάτια του νεκρού που έμειναν μέχρι τέλους
Όρθια
Όσο να πεις όλα αυτά
Και τα άλλα
Στις συνοικίες και τα χωριά
Στις λέξεις και τα σχολεία
Στον εγκέφαλο και τα νοσοκομεία
Όπου προλαβαίνουμε τον αυτοκτονούντα
Με μία πλύση στομάχου
Και χάνονται οι αισθήσεις
Και στις μικρές αγγελίες πλεονάζουν τα «ζητούνε»
Όσο να πεις
Ό,τι να πεις
Ας μιλήσουμε λοιπόν.
Ας δούμε μαζί την αισιόδοξη πλευρά
Του πράγματος. Των πραγμάτων την τιμή
Και το αίμα.
Παντού
Μαρία Κυρτζάκη

Μαρία Κυρτζάκη ,Ο Καιρός

Σαν φθινόπωρο ο καιρός
Ο καιρός σαν φθινόπωρο
Ο αέρας
Που πέφτουν τα φύλλα
Που πέφτουν οι βροχές
Σαν φθινόπωρο
Ο καιρός
Που πέφτουν τα στόρια στα παράθυρα
Που πέφτουν οι άνθρωποι από τα παράθυρα
Που πέφτουν τα ανδραγαθήματα
Ο καιρός μας
Με τα μάτια στην πλάτη
Με τα καφενεία στις γωνίες
Με το τηλεσκόπιο στα καφενεία
Σαν φθινόπωρο ο καιρός
Που κρύβεις το πρόσωπο
Που αλλάζεις τον δρόμο σου
Που υποπτεύεσαι και σε υποπτεύονται
Με την ταχυπαλμία στο πρώτο κουδούνισμα
Με την ανακούφιση στο τρίτο
Με την αγωνία στα μάτια σου
Με την απόφαση στα μάτια σου
Με τον ερμαφροδιτισμό σου
Σαν μπάσταρδο
Ο καιρός
Ο δικός μου
Ο δικός σου
Ο δικός μας καιρός
Σαν μπάσταρδο.
Με το κουμπωμένο σακάκι
Με τη ντροπή  Μαρία Κυρτζάκη

Άνθιμμος Ιωάννου,''Ποιό Φεγγάρι''

Ο Ανδρέας Εμπειρίκος (2 Σεπτεμβρίου 1901 - 3 Αυγούστου 1975) ήταν Έλληνας ποιητής, πεζογράφος, φωτογράφος και ψυχαναλυτής.
Γεννημένος στη Μπραΐλα της Ρουμανίας, εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα το 1902 και αργότερα παρακολούθησε μαθήματα φιλοσοφίας και αγγλικής φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο Αθηνών και στο King's College του Λονδίνου.
Την περίοδο 1926-1931 έζησε στο Παρίσι, όπου συνδέθηκε με τον κύκλο των υπερρεαλιστών και ασχολήθηκε ενεργά με την ψυχανάλυση, κοντά στον ιδρυτή της Ψυχαναλυτικής Εταιρείας του Παρισιού, Ρενέ Λαφόργκ.
Το 1931 εγκαταστάθηκε οριστικά στην Ελλάδα, πραγματοποιώντας την πρώτη εμφάνισή του στα ελληνικά γράμματα το 1935.

Ως λογοτέχνης ανήκει στη Γενιά του '30 και αποτελεί έναν από τους σημαντικότερους εκπροσώπους του ελληνικού υπερρεαλισμού.
Ο Εμπειρίκος υπήρξε εισηγητής του υπερρεαλισμού στην Ελλάδα, καθώς και ο πρώτος που άσκησε την ψυχανάλυση στον ελληνικό χώρο, ασκώντας την ψυχαναλυτική πρακτική κατά την περίοδο 1935-1951.
Χαρακτηρίζεται ως ένας από τ…

Ανδρέας Εμπειρίκος

ΤΟ ΧΕΡΙ

Ψιλή κραυγή και συνεχώς αποψιλούται
Σαν μίσχος μιας νεάνιδος στον άνεμο
Φεύγουν τα πέταλά της ένα - ένα
Μέσ' στην ανταύγεια του φουστανιού της.
Η ρώμη τέτοιου πάθους πια δεν χάνεται
Μένει δεμένη στις ψυχές των φορεμάτων
Μέσ' στα γαλάζια βλέφαρα και την λευκή την μπλούζα
Που φάνταξε σαν κυανή πριν γίνει στεναγμός.


Η ΑΚΡΗ

Η λησμοσύνη απλώθηκε στην αμμουδιά
Κι όλα τα ψάρια θάρθουν να χαιδέψουν
Τα ολόξανθα μαλλιά της και το στήθος
Μέσ' στον γαλάζιο ψίθυρο των ντροπαλών κυμάτων.
Και να που σπάζουν τώρα τ'αντιστύλια
Κι ανθούνε στις μαντήλιες τα φιλιά
Που δίνουν μέσ' στο σκότος στα κορίτσια
Οι ταυρομάχοι με τις κίτρινες χλαμύδες.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Ανδρέας Εμπειρίκος

ΩΣΙΣ
'Εστω κι αν η γαλήνη απλώνεται στα χόρτα
Ουδέποτε τ' ανασαλέματα δεν παύουν
Αυτά μας ζουν και ζούμε εμείς εντός τους
Τα πρώτα ανασαλέματα τα πρώτα αρχέτυπα
Της ίδιας άλικης ορμής που προωθεί τις ώσεις
Σπαθάτα χελιδόνια μέσ' στον ήλιο
Και πουπουλένια νυχτοπούλια μέσ' στο σκότος
Θαρθούν τ' ανασαλέματα θαρθούν τα ρίγη
Κι' όταν ακόμα ακινητούν τ' αστέρια
Στους βελουδένιους των βυθούς.


ΑΦΡΟΣ

Είναι οι πόθοι μιναρέδες στυλωμένοι
Λάμψεις του μουεζίνη στην κορφή τους
Φωτοβολίδες των κραυγών της οικουμένης
Πυγολαμπίδες σε συρτάρια κορασίδων
Που κατοικούν σε ακρογιαλιές μέσα σ' επαύλεις
Και τρέχουν με ποδήλατα σε κήπους
'Aλλες γυμνές άλλες ημίγυμνες κι άλλες φορώντας
Φορέματα με φραμπαλάδες και μποτίνια
Που στίλβουν την ημέρα και την νύχτα
'Οπως τα στήθη τους την ώρα που βουτάνε
Μες' στον αφρό της θάλασσας.

Ενδοχώρα, Αθήνα, εκδ. 'Aγρα, 1991, σ. 21

Ο ΟΡΘΡΟΣ

Φρενήρης μα ευσταθής
O πώλος της ημέρας εισελαύνει
Στο στόμα της ανοίξεως και μέλπουν τα πουλιά
Mε την αιθρία μέσα σ…

Ανδρεάς Εμπειρίκος

ΡΙΠΗ
Σαράντα χρόνια και σαράντα πέντε μέρες
Πριν ανοιχθούν οι κάμποι και οργωθούν
Πριν αναβρύσουν εκ βαθέων οι σποράδες
Κ' οι κοραλλένιες συμπληγάδες των νησιών
Πριν γίνει μάτι η συσπείρωσις του σκότους
Κι αλλάξουν λέπια τα θαλάσσια ζωντανά
Βγήκες ορθή σχεδόν γυμνή κ' απροκαλύπτως
Εντός αφάνταστης στιγμής που μας γελούσε
Μικρή παιδίσκη καθώς ύδωρ μιας πηγής.


Ανδρέας Εμπειρίκος

Ανδρέας Εμπειρίκος

ΣΚΟΠΙΑ
Κρατάμε μέσ' στα χέρια μας τα πρόσωπά μας
Και βλέπουμε χρωματιστές εκτάσεις
Οι σκέψεις μας γίνονται γεννιούνται
Στην κάθε μας ματιά.

Δεν άνθησαν ματαίως τόσα θαύματα
Η χάρη τους είναι ψηλή περιπλοκάδα
Που σφίγγει τα μελλούμενα και την ζωή μας
Μέσα στ' αστέρια.

Ανδρέας Εμπειρίκος

Ανδρέας Κάλβος - Βιογραφικό

Ο Ωκεανός
Γη των θεών φροντίδα,                                       
Ελλάς, ηρώων μητέρα,
φίλη, γλυκεία πατρίδα μου,
νύκτα δουλείας σ' εσκέπασε,
νύκτα αιώνων.




Ο Ανδρέας Κάλβος γεννήθηκε στη Ζάκυνθο το 1792, έξι χρόνια πριν από το Σολωμό. Η μητέρα του καταγόταν από αριστοκρατική οικογένεια, ενώ ο πατέρας του ήταν ταπεινής καταγωγής. Ο πατέρας του εγκατέλειψε πολύ νωρίς τη γυναίκα του και ξενιτεύτηκε στην Ιταλία, παίρνοντας μαζί του και τα δυο παιδιά του, τον Ανδρέα και το μικρότερο γιο του. Ο Ανδρέας ήταν τότε μόλις δέκα χρονών, γι' αυτό και η στέρηση της μητέρας του στα παιδικά του χρόνια τού στοίχισε πάρα πολύ. Κάθε φορά που τη θυμόταν έκλαιγε, ενώ συχνά την έβλεπε στα όνειρά του. Ο Ανδρέας είχε εγκατασταθεί με τον πατέρα του στο Λιβόρνο. Εκεί του δόθηκε η ευκαιρία να μελετήσει και να μορφωθεί. `Εμαθε ιταλικά και γαλλικά και εργάστηκε ως γραμματέας του Μ. Ζωσιμά. Αποφασιστική για τη ζωή του στάθηκε η γνωριμία του στη…

ᾨδὴ Δεκάτη. Ὁ Ὠκεανός-Ανδρέα Κάλβου

*Ωκεανός.

στροφὴ α´. Γῆ τῶν θεῶν φροντίδα,
Ἑλλὰς ἡρῴων μητέρα,
φίλη, γλυκεῖα πατρίδα μου
νύκτα δουλείας σ᾿ ἐσκέπασε,
νύκτα αἰώνων.
β´. Οὕτω εἰς τὸ χάος ἀμέτρητον
τῶν οὐρανίων ἐρήμων,
νυκτερινὸς ἐξάπλωσεν
ἔρεβος τὰ πλατέα
πένθιμα ἐμβόλια.
γ´. Καὶ εἰς τὴν σκοτιὰν βαθεῖαν,
εἰς τὸ ἀπέραντον διάστημα,
τὰ φῶτα σιγαλέα
κινῶνται τῶν ἀστέρων
λελυπημένα.
δ´. Ἐχάθηκαν ἡ πόλεις,
ἐχάθηκαν τὰ δάση,
κ᾿ ἡ θάλασσα κοιμᾶται
καὶ τὰ βουνά· καὶ ὁ θόρυβος
παύει τῶν ζώντων.
ε´. Εἰς τὰ φρικτὰ βασίλεια
ὁμοιάζει τοῦ θανάτου
ἡ φύσις ὅλη· ἐκεῖθεν
ἦχος ποτὲ δὲν ἔρχεται
ὕμνων ἢ θρήνων.
ς´. Ἀλλὰ τῶν μακαρίων
σταύλων ἰδοὺ τὰ ἠώα
κάγκελλα ἡ Ὥραι ἀνοίγουσιν,
ἰδοὺ τὰ ἀκάμαντα ἄλογα
τοῦ Ἡλίου ἐκβαίνουν.
ζ´. Χρυσά, φλογώδη, καίουσι
τοὺς δρόμους τοῦ ἀέρος
τὰ ἀμιλλητήρια πέταλα·
τοὺς οὐρανοὺς φωτίζουσι
λάμπουσαι ἡ χαίται.
η´. Τώρα ἐξανοίγει τ᾿ ἄνθη
εἰς τὸν δροσώδη κόλπον
τῆς γῆς ἡ αὐγή· καὶ φαίνονται
τώρα τῶν φιλοπόνων
ἀνδρῶν τὰ ἔργα.
θ´. Τὰ μυρισμένα χείλη
τῆς ἡμέρας φιλούσι
τὸ ἀναπαυμένον μέτωπον
τῆς οἰκουμένης· …

ᾨδὴ Πέμπτη. Εἰς Μούσας- Ανδρέα Κάλβου

Jacques-Louis David (1748-1825) Γάλλος ζωγράφος Sappho and Phaon,1809, oil on canvas, 225.3 cm × 262 cm, Hermitage Museum, Saint Petersburg





στροφὴ α´. Τὰς χορδὰς ἂς ἀλλάξωμεν
ὦ χρυσὸν δῶρον, χάρμα
Λητογενέος μέγα·
τὰς χορδὰς ἂς ἀλλάξωμεν
ἰώνιος λύρα.
β´. Ἄλλα σύρματα δότε
ζεφυρόποδες Χάριτες·
καὶ σεῖς ἐπὶ τὸ ξύλον
μελίφρονον, ὑακίνθινον
βάλετε στέμμα.
γ´. Τὰς πτέρυγας ἁπλώνει
ὡς τ᾿ ὄρνεον τοῦ Διός,
καὶ ὑψώνεται τὸ μέτρον
ἕως τὸν οὐράνιον κῆπον
τῶν Πιερίδων.
δ´. Χαίρετε ὦ κόραι, χαίρετε
φωναὶ ὁποὺ τὰ δεῖπνα
τῶν Ὀλυμπίων πλουτίζετε
μὲ᾿ χορῶν εὐφροσύνας
κ᾿ εὔρυθμον μέλος.
ε´. Σεῖς τὰ αἰθέρια νεῦρα
τῆς φόρμιγγος κροτεῖτε,
καὶ τὰ θηρία, καὶ τ᾿ ἄλση
χάνονται ἀπὸ τὸ πρόσωπον
τῆς γῆς πλατείας.
ς´. Ὅπου τρέμουσιν ἄπειρα
τὰ φῶτα τῆς νυκτός,
ἐκεῖ ὑψηλὰ πλατύνεται
ὁ γαλαξίας καὶ χύνει
δρόσου σταγόνας. 30
ζ´. Τὸ ποτὸν καθαρὸν
θεραπεύει τὰ φύλλα,
κ᾿ ὅπου ἄφησε τὸ χόρτον
εὑρίσκει ρόδα ὁ ἥλιος
καὶ μυρωδίαν.
η´. Οὕτω ὑπὸ τοὺς δακτύλους σας
ἡ ἐλικώνιος λύρα,
τρέμει, καὶ τ᾿ ἄνθη ἀμάραντα
τῆς ἀρετῆς …

Τρία ποιήματα, του Δημήτρη Κοκαβέση

(Νικηφόρος Λύτρας,''Μητρότητα'' 1870)




ΜΑΝΑ.

Ένοιωσα, κάθε πνοή
μάνα μου
να δίνεις, την ζωή
μια αγκαλιά
πιο δροσερή
την πιο θωρακισμένη σου
χαρά!... Την ζω
και μες το πόνο σαν με πνίγει
σκέψη!...
Μου άφησες, μας χάρισες
στην αγκαλιά σου
ο ύπνος μου!... Πιο παιδικός
ζωής, το κείμενο
στοργής σου, σε κάθε παράκληση
γλυκιά
αξία αίσθησης, συναίσθημα
μου έδωσες
με την ζωή, έστω μικρή
και βάσανο
που κάποιος, «καλόψυχος» την ξέρει
να την τιμωρεί
σε αξίες της αντίθεσης μανά!...
Δεν ξέρω
δεν ξέρω τι τον τάισε σε μετοχές
τον κόσμο μας
υψώνουν;.... Ας επιστρέψει με την μάνα του
λίγο στοργή
αυτή!... Του την χρεώνω.
Dhjk © 08-05-2016


GRI.
Hije!... Gri.
Ato, reflektonin dhe mbulonin
gurët dhe ne!...
Mbi mendime rrëshqisnim
përplasjeve tona
dhe hijet?... Edhe ato
të gurrta
konkuronin natën, gjithësisë.
Sa pak dritë!
Sa shumë hije dhe drita?...
Merrte zbehtësinë
e burimeve të saj. Ç’farë ndëshkim!...
Se si më duket kjo dritë.
Më…

Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης,Προς την μητέρα μου (1874)

 Μάννα μου, ἐγώ ᾽ μαι τ᾽  ἄμοιρο, τὸ σκοτεινὸ τρυγόνι 
ὁποὺ τὸ δέρνει ὁ ἄνεμος, βροχὴ ποὺ τὸ πληγώνει. 
Τὸ δόλιο! ὅπου κι ἂν στραφεῖ κι ἀπ᾽  ὅπου κι ἂν περάσει,
δὲ βρίσκει πέτρα νὰ σταθεῖ κλωνάρι νὰ πλαγιάσει.

Ἐγὼ βαρκούλα μοναχή, βαρκούλ᾽ ἀποδαρμένη
μέσα σὲ πέλαγο ἀνοιχτό, σὲ θάλασσ᾽  ἀφρισμένη, 
παλαίβω μὲ τὰ κύματα χωρὶς πανί, τιμόνι 
κι ἄλλη δὲν ἔχω ἄγκουρα πλὴν τὴν εὐχή σου μόνη.

Στὴν ἀγκαλιά σου τὴ γλυκειά, μανούλα μου, ν᾽  ἀράξω 
μὲς στὸ βαθὺ τὸ πέλαγο αὐτὸ πριχοῦ βουλιάξω.
Μανούλα μου, ἤθελα νὰ πάω, νὰ φύγω, νὰ μισέψω 
τοῦ ριζικοῦ μου ἀπὸ μακρυὰ τὴ θύρα ν᾽  ἀγναντέψω. 

Στὸ θλιβερὸ βασίλειο τῆς Μοίρας νὰ πατήσω 
κι ἐκεῖ νὰ βρῶ τὴ μοίρα μου καὶ νὰ τὴν ἐρωτήσω.
Νὰ τῆς εἰπῶ: εἶναι πολλά, σκληρὰ τὰ βασανά μου 
ὡσὰν τὸ δίχτυ ποὺ σφαλνᾶ θάλασσα, φύκια κι ἄμμο 
εἶναι κι ἡ τύχη μου σκληρή, σὰν τὴv ψυχὴ τὴ µαύρη 
π᾽ ἀρνήθηκε τὴν Παναγιὰ κι ὁ πόλεος δὲν θά ᾽βρει.

Κι ἐκείνη μ᾽  ἀποκρίθηκε κι ἐκείνη ἀπελογήθη: 
Ἦτον ἀνήλιαστη, ἄτυχε, ἡ μέρα ποὺ  γεννήθης 
ἄλλοι ἐπῆραν τὸν ἀνθὸ καὶ σὺ τὴ ρίζα πῆρες 
ὄντας σὲ ἒπ…