Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Προβολή αναρτήσεων από Απρίλιος, 2016

Αριστομένης Λαγουβάρδος,Της Υπατίας πέταξε η ψυχή

Πέταξε  η  ψυχή  της  σοφής  Ελληνίδας, ανάμεσα  στις  λαλιές  των  πλασμάτων  και  τα  αρώματα  των  λουλουδιών,  την  στιγμή  που  έδενε  το  άρμα  του  ο  ήλιος  στην  γή  των  εσπερίδων,  κι’ έσβηνε  τον  πυρσό  του ο  λαμπαδηφόρος  φώσφορος. Κι’ ήρθα  μέσα  στην  θλίψη  μου    να  δώ  το  ματωμένο σώμα  της  Αφροδίτης,  που  μέσα  του  στεγάστηκε η  σκέψη  του  Πλάτωνα  η  υπέρλαμπρη  και  ανθισμένη.
Βλέπω  άσπρες  βάρκες -  όμοιες  με  κύκνους - να  λάμνουν  στην  χρυσαφί  θάλασσα μέσα  σε  μια  απουσία  φορτισμένη  με  ενθυμήσεις, και  στον  Ναό  της  Γνώσης,  αισθάνομαι  την  ηχώ από  την  ομιλία  της  σοφής  Ελληνίδας  πάνω  στις ‘’Κωνικές  τομές  του  Απολλώνιου’’.
Φεύγω,  φεύγω  με  κομμένα  τα  πόδια,  με  το  μυαλό να  καταρρέει,  αφήνοντας  ένα  πάλευκο  κρίνο στον   ναό  όπου  άνθισε  η  σοφία  και  η  ομορφιά. 
Από  την  συλλογή: ‘’Στα  απόκρυφα  τοπία  της  μοναξιάς’’ Αριστομένης  Λαγουβάρδος
 Βιογραφικά στοιχεία: Γεννήθηκε στην Έμπαρο Ηρακλείου Κρήτης. Διπλωματού…

Τρία ποιήματα,του Χάρη Μελιτά

Ο Μετανάστης






Μικρό ερωτικό...

Η ΑΓΝΩΣΤΗ

Την πρόφτασε ξημέρωμα στη σκάλα.
Της λέει.
Καμιά γυναίκα.
Καμιά γυναίκα δεν μου έδειξε τη θάλασσα.
Του σεντονιού τις αμμουδιές
ακόμα το κορμί σου αυλακώνει.
Ας ήξερα τουλάχιστον
ποιο είναι τ' όνομά σου.
Του λέει.
Όνειρο είναι.






Μικρό ερωτικό...

ΤΟ ΣΚΟΤΕΙΝΟ ΑΝΤΙΚΕΙΜΕΝΟ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ

Όχι.
Δεν θα λυγίσω σε στημένα λογοπαίγνια
στους λάγνους ουρανούς των πυροτεχνημάτων.
Δεν θα φορέσω τις στολές των ποιητών
να ρίξω φως στο μαύρο νυφικό σου.
Είσαι το σκυθρωπό, σκληρό, σκοτάδι.
Αχόρταγο.Ατόφιο.Ανεξίτηλο.
Πνίγεις τα χρώματα, σκοτώνεις τα πουλιά
χιλιάδες κρέπια τυλιγμένα στο κορμί σου.
Δεν έχουν οι ιππότες πιθανότητες.
Ποιο ξίφος θα ξεσκίσει τις σκιές;
Ποιο ποίημα μπορεί να σε διαλύσει;
Κι όμως, ξερνάει λάβα το σκοτάδι σου.
Δεν είναι λάβα, είναι τέφρα αλλοτινή
διάσπαρτη στις όχθες της πληγής-κοκκαλωμένη.
Όχι.
Δεν θα σκαλίσω τις ανταύγειες του χθες
δεν θα συλήσω συλλαβές να σε φωταγωγήσω.
Μ' ένα μα…

Ντίνος Χριαστιανόπουλος

Επικίνδυνη Μοναξιά

Ὅταν τὶς νύχτες τριγυρνῶ στὴ μοναξιά μου,
ψάχνω μέσ᾿ σὲ χιλιάδες πρόσωπα νὰ βρῶ
ἐκεῖνο τὸ τρεμούλιασμα στὴν ἄκρη τοῦ ματιοῦ σου.
Ἂν ἔστω κι ἕνας μόνο ἀπηχοῦσε
κάτι ἀπ᾿ τὴ δική σου ὀμορφιά,
θὰ τοῦ ῾λεγα: -«Λοιπόν, τί περιμένεις;
μὲ τὰ καρφιὰ τῶν παπουτσιῶν σου κάρφωσέ με
».
καὶ δὲ θὰ καρτεροῦσα πιὰ γλυκὸ φιλὶ
οὔτε μία τρυφερὴ περίπτυξη.

Αναστολή

Ὅ,τι ὀνειρεύτηκα τόσα καὶ τόσα βράδια,
ὅ,τι πεθύμησα μὲ τόση ἀλλοφροσύνη,
ὅ,τι σχεδίασα μὲ τόσο πυρετό,
μόλις σὲ δῶ, γλυκιά μου ἐξουθένωση,
στὰ μάτια καὶ τὰ χείλη τὸ ἀναστέλλω,
γιὰ μία στιγμὴ πιὸ ἀπελπισμένη τὸ ἀναβάλλω,
γιατί μονάχα ὅταν τὰ χέρια μου σὲ χάνουν,
ἡ πονεμένη φαντασία μου σὲ κερδίζει.
(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ξένα Γόνατα»)

Ντίνος Χριστιανόπουλος

Εκείνοι πού μας παίδεψαν

Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν μέσα μας πιὸ πολύ,
ὅμως ἡ δική σου τρυφερότητα πόσο καιρὸ ἀκόμα θὰ βαστάξει;
Ὅ,τι μᾶς γλύκανε, τὸ ξέπλυνε ὁ χρόνος κι ἡ συναλλαγή,
ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς χαμογέλασαν βουλιάξαν σὲ βαθιὰ πηγάδια
καὶ μείναν μόνο κεῖνοι ποὺ μᾶς πλήγωσαν,
ἐκεῖνοι ποὺ ἀρνήθηκαν νὰ τοὺς ὑποταχτοῦμε.
Ἐκεῖνοι ποὺ μᾶς παίδεψαν βαραίνουν πιὸ πολύ...


Ενός λεπτού σιγή

Ἐσεῖς ποὺ βρήκατε τὸν ἄνθρωπά σας
κι ἔχετε ἕνα χέρι νὰ σᾶς σφίγγει τρυφερά,
ἕναν ὦμο ν᾿ ἀκουμπᾶτε τὴν πίκρα σας,
ἕνα κορμὶ νὰ ὑπερασπίζει τὴν ἔξαψή σας,
κοκκινίσατε ἄραγε γιὰ τὴν τόση εὐτυχία σας,
ἔστω καὶ μία φορά;
Εἴπατε νὰ κρατήσετε ἑνὸς λεπτοῦ σιγή
γιὰ τοὺς ἀπεγνωσμένους;
(ἀπὸ τὴ Συλλογή: «Ἀνυπεράσπιστος Καημός»)


Το Δάσος

Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
βλασταίνουν φύλλα καὶ κλαδιὰ
κι ἔρχονται τὰ πουλιὰ τοῦ ἔρωτα καὶ κελαηδοῦνε.
Δὲν ξεριζώνονται οἱ νύχτες ἀπὸ μέσα μας,
οἱ σπόροι τους φυτρώνουν δάσος σκοτεινό,
στὶς λόχμες του ὁ …

Ο Ποιητής, Φώτης Αγγουλές

 ΑΝ Είν’ ένα δάσος γύρω μας συρματοπλέγματα ψηλά κι έχουν απ’ έξω κλείσει την ανοιξιάτικια χαρά που μας χαμογελά.
Πίσω απ’ το σύρμα βλέπουμε την όμορφη τη δύση και τη γλυκιάν Αυγή, εμείς που τόσον είχαμε τη Λευτεριά αγαπήσει.
Άραγε, από το σύρμα αυτό, που το’ χουμε ποτίσει με τόσα δάκρυα κι αίματα, αν κάποια μέρα ανθίσει, τί λούλουδο θα βγει;




 Στην ιστορία Έλληνες ήρθαν πάλι… Η θάλασσα τούς ξέβρασε στις ανατολικές αχτές, προχτές.
Βγήκαν πνιγμένοι στη στεριά και παραμορφωμένοι, πρησμένοι σαν τουμπιά και μελανοί, μα όσο κι αν τόκρυψε η νυχτιά το δράμα τους να μη φανεί,
το νόημα βγαίνει.
Τον ξέρομε τον ένοχο, είναι γνωστή η αιτία… Στα φαγωμένα μάτια τους κοίταξε μέσα και θα δεις μια χαλασμένη πολιτεία.
Μα μην τους θάψετε, γιατί, θα χάσει σχήμα η Φρίκη. Κι όταν γραφτεί η ευγενικιά φασιστικιά ιστορία, έτσι, πρησμένους, βάλτε τους κι αυτούς σε μια προθήκη.


 Όαση Σαρκάζει σαν παράφρονη, με καγχασμό η ψυχή μου, τ’ άστρινα μάτια σου, ουρανέ, που κλαιν με δάκρυα φωτεινά, πάνω απ’ το καραβάνι μας που η δίψα το περιπλανά γι…

Χαμηλοφώνως,Δημήτρης Π.Παπαδίτσας

Διότι εἶσαι τὸ πρῶτο ἐφετινὸ χελιδόνι ποὺ μπῆκε ἀπ’ τὸ φεγγίτη ἔκαμε τρεῖς γύρους στὸ ταβάνι καὶ ἤσουν κατόπιν ὅλα μαζὶ τὰ χελιδόνια
Διότι εἶσαι μιὰ μεριὰ ἤρεμη τῆς θάλασσας ὅπου τὸ κύμα
Κόβει κομμάτια τὸ φεγγάρι καὶ τὸ ρίχνει στὴν ψιλὴ ἄμμο
Διότι τὰ χέρια μου εἶναι ἄδεια σὰν καρύδια ποὺ ἡ ψίχα τους φαγώθηκε ἀπὸ παράσιτα
Κι ἐσὺ τὰ γέμισες μὲ τὰ μαλλιά σου καὶ τὸ μέτωπό σου
Διότι στὰ μαλλιά σου περνῶ τὰ δάχτυλά μου ὅπως περνάει ὁ ἀγέρας ἀπὸ φύλλα κυπαρισσιοῦ
Διότι εἶμαι ἕνα σπίτι ἐξοχικὸ κι ἔρχεσαι μόνη τὸ καλοκαίρι καὶ κοιμᾶσαι
Καὶ ξυπνᾶς πότε-πότε τὰ μεσάνυχτα ἀνάβεις τὴ λάμπα καὶ θυμᾶσαι
Διότι θυμᾶσαι
Γι’ αὐτὸ σ’ ἀγαπῶ κι ἀνάμεσα στὰ τελευταῖα πουλιὰ εἴμαστε μαζὶ
Κι ἀπέναντί μας ἡ θάλασσα φθείρεται ν’ ἀνεβοκατεβαίνει τὰ δέντρα
Ὅπως πηγαίναμε σὲ μιὰ κατηφοριὰ τῆς Βάρκιζας
Κι ἕνα γύρω οἱ χρωματιστὲς πέτρες μας ἀκολουθοῦσαν
Γιατί ὅταν σκύβω πάνω ἀπὸ πηγάδια βλέπω τὴν ἐπιφάνεια τοῦ νεροῦ καὶ λέω: νὰ τὸ ριζικὸ κι ἡ ματιά της
Γιατί βλέπαμε μαζὶ τρεῖς τσιγγάνες κίτρινες τυλιγμένες ἀπ’ τὸ κ…
Αντώνης Χρ.Περδικούλης,Τα Φώτα Στα Νερά
https://issuu.com/lewnidasskylitzhs/docs/perdikoylis_final_e-book_



Δείγμα γραφής:

ΠΛΗΓΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΟΥ

Ηπληγή του ονείρου ξανανοίγει Η νύχτα σαβανώνει τα βουνά Μεσοστρατίς ελλοχεύει ο άνεμος Εκκωφαντικός με το λιγνό του άτι Οι καρδιές παλιννοστούν στο διάσελο Ούτ’ ένα λάλημα ούτε κι αχός Τα ελέη του ονείρου σεργιανίζουν Ανάβουν τους φανούς της νύχτας..

ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΕΣΠΕΡΟ

Μετά τον έσπερο ο παφλασμός Κρουνός βαρύς σαν κέρβερος Πείνασα κι έψαξα τους λιγοστούς Να φάω λωτούς κι ανάβλεψα Τότε μεθούσε στην ποταμιά Με ‘ μυγδαλιά και δυόσμο η άνοιξη Ήταν αστεία και χαρωπή Κόρη σκυφτή πάνω στα βρύα Μα τώρα γύρνα να δεις που εχάθη

Η Αγαπημένη ,Του Τάκη Φάβιου

Κοιμάται πάνω στις αμφιβολίες μου.
Τα όνειρά της τρομαγμένα περιστέρια
που με κοιτούν να γκρεμίζω την πανοπλία του εραστή
από τις πολεμίστρες ενός αξημέρωτου άστρου.
Ουρανέ μου,γυμνώθηκα στη θέα δυό ματιών
που την αυγή καλπάζουν σαν ελάφια...
Αν της χαρίσω το θάνατο μου
βαθειά στον έρωτα θα βρει γιά πάντα
καταφύγιο σιγουριάς.
Αν της χαρίσω τη ζωή μου
έναν ακόμη ποιητή μέσα της θ'απωλέσει.

Από την ποιητική συλλογή 'Α τ ο ν ά λ "




 Πίνακας ζωγραφικής,Γιώργου Σταθόπουλου