Μετάβαση στο κύριο περιεχόμενο

Αναρτήσεις

Κατερίνα Γιαννακοπούλου

3ο Βραβείο Ποίησης 22οΠαγκόσμιο Συνέδριο Ποίησης
ΩΔΗ ΣΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥΣ ΦΙΛΟΣΟΦΟΥΣ
Η αυλαία έπεσε πριν ξεκινήσει το έργο επί σκηνής. Τίποτα δεν είναι όπως πριν. Ζούμε σε μια περιρρέουσα ατμόσφαιρα διαρκώς μεταβαλλόμενη. Ο καφτός λίβας εισχωρεί παντού και διαβρώνει τη σκέψη. Οι νύχτες όμως έρχονται κρύες κι “άρρωστες”, οι αστραπές “μαστίζουν” Κι εμείς μαζί τους πλαγιάζουμε στη σάπια πόλη… Κοιμόμαστε υπνωτισμένοι μέσα στο “ζωολογικό μας κήπο”. Οι μαύρες λάμπες του χρόνου σβήνουν η μια μετά την άλλη καθώς φωτίζουν το κλειστό τοπίο της ζωής μας. Ανοίγεις το παράθυρο κι οι θόρυβοι σε πνίγουν. Ασφυκτιάς απ’ τις φωνές του πλήθους…του απρόσωπου πλήθους. Η πόλη τριγυρνά στον άχαρο ρυθμό της κι οι άνθρωποι φοράνε τους καθωσπρέπει ρόλους τους. Μην περιμένεις τίποτα. Άγνωστες μουσικές με ρίχνουν κάτω. Πώς δεν ακούς το φως που γλιστράει κι ανασταίνεται σαν αίμα μέσα απ’ τους ίσκιους του μεσημεριού του Χρυσού Αιώνα του Περικλή; Ερευνούμε φίλοι μου δίπλα στους απέθαντους προγόνους μας για να βρούμε πώς φτάσαμε ως εδώ, πώς …
Πρόσφατες αναρτήσεις

Ιουλία Κορμέντζα

Με πόθο ψυχής
χρόνια σπατάλησα ν’ αναζητώ
στην γήινη πατρίδα
την πάγκαλη ομορφιά ζωής.
Μα ακόμη δεν την είδα
σε αυτόν τον κόσμο που ζω.
Και σαν παραδέρνει το μυαλό,
με της ψυχής τις φτερούγες
αεροβατώ
στου ονείρου τις ρούγες
εκεί που ευφραίνεται η καρδιά
με των άστρων την παρέα.
Κι όποιος με κοιτά
και με ειρωνεία με ρωτά
-πότε απ’ τα σύννεφα θα κατεβείς;
Του χαμογελώ
και του απαντώ ευθύς.
Ποτέ! Μου αρέσει πάρα πολύ η θέα
πάνω εδώ!
Κι είναι όλα τόσο φανταστικά κι ωραία
ψηλά στον ουρανό!
Έλα κι εσύ, το μπορείς,
με τις δικές σου φτερούγες ν’ ανεβείς
την ομορφιά του απείρου να δεις
ΙΟΥΛΙΑ ΚΟΡΜΕΝΤΖΑ

Χριστόφορος Τριάντης

Ο ΖΩΓΡΑΦΟΣ   Ο ζωγράφος Μαριάνο Νεγκρίν ήταν αναγκασμένος να ζει στο παλάτι και να ζωγραφίζει –αποκλειστικά- τον βασιλιά, την οικογένειά του και τις εκδηλώσεις που συμμετείχαν.Στη βασιλική αυλή,περιτριγυριζόταν από εκφυλισμένους πρίγκιπες,γελοίους παλιάτσους,διεφθαρμένους υπουργούς, από πρόσωπα που ήταν αλυσοδεμένα με τύψεις και ποταπές εξομολογήσεις.Στις πόλεις της χώρας,κυριαρχούσαν:οι εκτελέσεις,ο φόβος,η καταπίεση.Για όλα αυτά,ο Νεγκρίν δεν έβγαινε τη μέρα,προτιμούσε –πάντα- τη νύχτα.   Οι ζωγραφιές του αναζητούσαν τη σακατεμένη αθωότητα, τ’αρώματα των αστεριών και της σιωπής.Επιθυμούσε τα χρώματα της νύχτας,τις μυστικές φωταψίες,για να ξεπεράσει τη θλίψη και την ασχήμια,αδειάζοντας –νοσταλγικά- τον χρόνο.Οι πίνακές του ήταν ο κώδικας επικοινωνίας με τους άλλους καλλιτέχνες,με το σύμπαν,με τον Θεό. 
Τριάντης Χριστόφορος


 (ο πίνακας από:https://pixabay.com/)

Εύα Γεωργίου

Κάθε φορά που μιλούσες για τη δική σου άνοιξη... τραγουδούσα... για την δική μου θάλασσα που τόσο πολύ νοσταλγούσα... Σήμερα... η κάθε φλόγα θανάτου συμπορεύεται με το δικό μου καλοκαίρι... (ε.γ.)
Έκλαψε πάλι ο στίχος Είναι οι καινούργιες λέξεις που του φόρεσες… Δεν ταίριαξαν στο μέτρο του Θλιμμένος και ανέλπιδος ψάχνει τώρα την ταυτότητά του… «Ντεμοντέ» σου λέει Σε παρακαλά να τον κρύψεις βαθιά στα συρτάρια Ξέρει πολύ καλά ότι η μόδα κάνει ταξίδια αλλά... κάποτε επιστρέφει… (ε.γ.) Κουράστηκαν τα λάθη με όλες σου τις διορθώσεις Η γόμα τα μουντζουρώνει πιότερο Η κάθε σου επίμονη προσπάθεια να τα στομώσεις πληγώνει Τώρα όλα σε χλευάζουν Οι επιλογές σιγά σιγά σε εγκαταλείπουν Τα μεγάλα λάθη δεν σβήνονται… Οι μύχιες σκέψεις σου επέβαλαν αντιγραφή… σε λευκή κόλλα Πιστό αντίγραφο... το μαύρο σου μολύβι…! (ε.γ.) Eva Georgiou

Θάνος Πάσχος

Η χαρά είναι ανυπεράσπιστη
Ένα λιβάδι με παπαρούνες
Απότιστο
Καίγεται από το καύμα της καθημερινότητας.
Και εσύ που περίμενες τη σελήνη
Και εγώ που ανέμενα το φως
Ξεχάσαμε να κοιτάξουμε μέσα μας
Να έχει φρέσκο νερό το βάζο.
Μας έμεινε το κόκκινο χρώμα στα χέρια
Γλυκιά μου αυταπάτη.
Θάνος Πάσχος 
(Ο πίνακας του ,Κλώντ Μονέ  Λιβάδι με παπαρούνες)

Ο πίνακας του Μονε... Λιβάδι με παπαρουνες...

ΙΟΣΙΦ ΜΠΡΟΝΤΣΚΙ (1940-1996)

Ο ΟΔΥΣΣΕΑΣ  ΣΤΟΝ ΤΗΛΕΜΑΧΟ Τηλέμαχέ μου,
ο τρωικός πόλεμος
τέλειωσε. Ποιος νίκησε – δε θυμούμαι.
Θα πρέπει να ’ναι οι Έλληνες: Τόσους νεκρούς
ν’ αφήσουνε στα ξένα μόνο οι Έλληνες μπορούν…
Ωστόσο της επιστροφής στην πατρίδα
ο δρόμος στάθηκε πολύ μακρύς,
σάμπως ο Ποσειδώνας, όσο εμείς εκεί
χάναμε το χρόνο μας, επέκτεινε το χώρο.
Δε γνωρίζω το πού βρίσκομαι,
τι βρίσκεται μπροστά μου. Κάποιο βρόμικο νησί,
θάμνοι, χτίσματα, γρούξιμο χοίρων,
πυκνοβλαστημένος κήπος, κάποια βασίλισσα,
χόρτα και πέτρες… Γλυκιέ Τηλέμαχε,
όλα τα νησιά μοιάζουνε μεταξύ τους
όταν ταξιδεύεις καιρό πολύ και το μυαλό
αρχίζει να ξεχνά, τα κύματα μετρώντας,
το μάτι, ενοχλημένο απ’ τον ορίζοντα, δακρύζει
κι η σάρκα του νερού φράζει την ακοή.
Δε θυμάμαι, πώς τέλειωσε ο πόλεμος
και πόσων χρονών είσαι τώρα δε θυμάμαι.
Μεγάλωνε, Τηλέμαχέ μου, μεγάλωνε.
Μόνο οι θεοί γνωρίζουν αν ποτέ θα ιδωθούμε.
Δεν είσαι πια εκείνο το παιδί
που μπροστά του τους ταύρους συγκρατούσα.
Αν δεν ήτανε ο Παλαμήδης, θα ζούσαμε μαζί.
Όμως μπορεί και να ’χε δίκιο. Χωρίς εμένα
απ…

Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke,

ΠΕΡΝΩ ΤΗ ΖΩΗ ΜΟΥ
Περνώ τη ζωή μου
σε κύκλους που ολοένα ανοίγουν,
και πάνω απ’ τα πράγματα ξεμακραίνουν.
Τον τελευταίο ίσως να μην τον κλείσω,
μα να πασκίσω οι λογισμοί μου κραίνουν. Γύρω απ’ τον Θεό περιστρέφομαι,
τον πανάρχαιο τούτο πύργο,
χιλιάδες χρόνια τώρα γυρίζω –
κι αν είμαι γεράκι, θύελλα ή άσμα βουερό,
ακόμα αυτό δεν το γνωρίζω. (I, 253,1899) ΜΕΣΑ ΑΠ' ΤΟΝ ΛΟΓΟ ΣΟΥ ΤΟ ΔΙΑΒΑΖΩ
Μέσα απ’ τον Λόγο σου το διαβάζω,
κι απ’ τις κινήσεις των χεριών σου,
που πλαστουργώντας
τρυφερά στρογγυλεύαν
περίγραμμα στο καθετί,
ζεστά, μα και γεμάτα σοφία.
«Ζωή» έκραξες, και ψιθύρισες «θάνατος»
κι είχες στα χείλη τη Λέξη «υπάρχω». Μα ο φόνος πρόλαβε τον πρώτο θάνατο.
Σχισμή τότε πέρασε
τους ώριμους κύκλους σου,
και κραυγή εσηκώθη
τις φωνές υφαρπάζοντας,
πού είχανε μόλις συναχθεί
ολόγυρά σου να μιλήσουν,
ολόγυρά σου να κρατήσουν
τη γέφυρα όλου του χάους. Κι ό,τι έκτοτε ακούς να τραυλίζουν,
θρύψαλα είναι
του παλαιού σου Ονόματος. (I, 257,1899) 
 Mετάφραση,Ανδρέας πετρίδης



foto-art-http://artoflivingguide.o…

Ράινερ Μαρία Ρίλκε (Rainer Maria Rilke)

ΠΙΣΤΕΥΩ ΣΕ 'Ο,ΤΙ ΑΚΟΜΑ ΔΕΝ ΕΧΕΙ ΕΙΠΩΘΕΙ
Πιστεύω σε ό,τι ακόμα δεν έχει ειπωθεί.
Να Λευτερώσω θέλω
τα πιο ευσεβή μου αισθήματα.
Ό,τι κανείς δεν τόλμησε ακόμα να ποθεί,
ακούσια ξάφνου μου οδηγεί τα βήματα. Αν τούτο είναι ασέβεια, συγχώρεσέ με Θεέ μου.
Όμως αυτό θέλω μονάχα να σου πω:
Τη δύναμή μου την πιο ακριβή,
όπως αρχέγονη ορμή τη θέλω νά ‘ναι,
έτσι χωρίς θυμό και δείλιασμα κανένα,
όπως κι η αγάπη των παιδιών για σένα. Με τούτο το πλημμύρισμα να γιγαντώνει,
μ’ αγκάλες διάπλατες
στο πέλαγος εκβάλλοντας το ανοιχτό,
μ’ αυτό τον γυρισμό που όλο φουντώνει,
να σε πρεσβεύω και να σε δοξάζω ποθώ
όσο ποτέ άλλος κανένας. Κι υπεροψία αν φαίνεται,
σ’ αυτήν άφησέ με
την προσευχή μου να κάνω,
που βλοσυρή στέκει και μόνη
προ του μετώπου Σου, που νέφος ζώνει. (I, 259,1899)  ΑΝΘΡΩΠΟΙ ΜΕΣΑ ΣΤΗΝ ΝΥΧΤΑ
Οι νύχτες δεν γίνηκαν για το πλήθος.
Από τον γείτονα σου η νύχτα σε χωρίζει,
να τον ζητάς γι’ αυτό δεν πρέπει.
Κι αν νύχτα φως στην κάμαρά σου ανάψεις,
ανθρώπους καταπρόσωπο για να κοιτάξεις,
έτσι και ποιον…

Στέλιος Κοντοδήμος

ΠΑΡΕ ΜΕ ΣΤΟ ΌΝΕΙΡΟ
Σαν όνειρο σχημάτιζα την μορφή σου...
Η λάμψη σου γκρέμισε το σκοτάδι...
Η ψυχή μου αναρριχήθηκε στον ουρανό...
Χάθηκε σαν άγγελος στ' απέραντο γαλάζιο...
Φλέρταρε λεηλατώντας τις ηλιαχτίδες στο σύμπαν...
Λάφυρο άρπαξε το φως απ' τη πανσέληνο...
Έντυσε την μορφή σου να λάμπεις...
Στον ωκεανό της όρασης σου θα κολυμπώ...
Στην κύτη του κορμιού σου βυθίζομαι...
Με τις άκρες των δαχτύλων...
Ακρωτηριάζω τρυφερά την ύπαρξη...
Ιχνηλατώντας τις άγνωστες καμπύλες σου...
Αποτύπωσα το σώμα μου στο δικό σου...
Γεύτηκα τα υγρά σου χείλη...
Ταξίδεψα...
Φυλάκισα τις ανάσες σου μέσα μου...
Εξιτάροντας τις αισθήσεις μας στην Ανατολή...
Οι επιθυμίες κατά-δίκασαν την δύση σε θάνατο...
Προσκυνώ με ευλάβεια την γένεση των στιγμών...
Σφαλίζω τα μάτια πριν εισχωρήσω στο όνειρο...
Χτίσαμε την ζωή μας στον παράδεισο...
Η αγάπη σκόρπισε έντονα το πάθος σε ωκεανό...
Παλίρροια οργασμών μας...
Χάραξα την ηδονή έντονα στα σπλάχνα μας...
Το όνειρο στάθηκε αδύναμο να παρα-μείνει όνειρο...

Ελισσαίος Βγενόπουλος

ΕΠΙΓΝΩΣΗ
βιαστικά προσπέρασε με μια αγκαλιά ξεραμένα περιστατικά
και μπήκε στο προαύλιο με τ’ ανακατεμένα γεγονότα
και τις τεθλασμένες σκέψεις
από τη γωνία ξεπρόβαλαν
μια σειρά κοντομάνικες ανησυχίες
και παρατάχθηκαν με την πλάτη
στον ασπρισμένο τοίχο της αβεβαιότητας
στάθηκε στη μέση ενός πυροβολισμού
με τα μάτια ριγμένα στη γη
και τους συμβιβασμούς χωμένους στο τσεπάκι
της επίγνωσης
ακούστηκε το ποδοβολητό μιας άρνησης
κι ύστερα η σιγή δάγκωσε το λαιμό του εφικτού
με μια κίνηση μέριασε συμβάντα και προβλέψεις
χώθηκε στο περιβόλι της βεβαιότητας
εκεί πάντα ξαπόσταινε όσο τον άφηναν
οι αιχμές της ενοχής
27.3.17                                                                     Ελισσαίος Βγενόπουλος

Φωτό:Αγγελική Βγενοπούλου

Βασίλης Παυλίδης

ΑΠΟΔΕΣΜΕΥΣΗ

Όχι, δεν έχω την απαίτηση να με περιμένετε. Πηγαίνω να δω ένα πεύκο που μόνο από περιγραφές ποιητών γνωρίζω. Σε κάποιο τόπο σκοτεινό και άγνωστο. Καθόλου μακρινό. Εδώ είναι, ακριβώς εδώ, δε θα μετακινηθώ. Όμως δεν ξέρω αν θα γυρίσω. Τι να περιμένετε λοιπόν;

Ή
Φορές, έφευγες πριν. Έφευγες πριν την ώρα της φυγής. Έφευγες πριν την ώρα της φυγής των άλλων. Ρομαντικός ή κυνικός; Σοφός ή δειλός; Φορές άλλες, έφευγες μετά. Έφευγες μετά την ώρα της φυγής. Έφευγες μετά την ώρα της φυγής των άλλων. Ρομαντικός ή κυνικός; Σοφός ή δειλός; Τη φορά αυτή δε θα φύγεις. Ρομαντικός ή κυνικός, Σοφός ή δειλός,
τη φορά αυτή δεν υπάρχει η ώρα της φυγής.

ΧΑΜΟΓΕΛΑ

Μόνο το δικό σου χαμόγελο. Μόνο αυτό γνωρίζω. Κι όλα τα υπόλοιπα χαμόγελα γιατί υπάρχουν; Με ποιο δικαίωμα τα έχω ξεχάσει; Φαίνονται αληθινά, είναι αληθινά. Να μ' αγαπούν δείχνουν. Αυτά τα χαμόγελα ήταν πάντα εδώ. Όταν το δικό σου έλειπε. Όμως μόνο το δικό σου γνωρίζω. Το ξέρω, το ήξερα πάντα, από πριν. Πόσο άδικο, πόσο αληθινό. Θα φύγει για πάντα το χαμόγελο σου. Θα μ…

Ναζίμ Χικμέτ (Nâzım Hikmet)

Η ΠΙΟ ΟΜΟΡΦΗ ΘΑΛΑΣΣΑ
Θα γελάσεις απ’ τα βάθη των χρυσών σου ματιών
είμαστε μες στο δικό μας κόσμο
Η πιο όμορφη θάλασσα
είναι αυτή που δεν έχουμε ακόμα ταξιδέψει
Τα πιο όμορφα παιδιά δεν έχουν μεγαλώσει ακόμα
Τις πιο όμορφες μέρες μας
δεν τις έχουμε ζήσει ακόμα
Κι αυτό που θέλω να σου πω
το πιο όμορφο απ’ όλα,
δε στο `χω πει ακόμα.

Pablo Neruda

Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις 
Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν απουσία
κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν σε φτάνει.
Μου φαίνεται ακόμα ότι τα μάτια μου σε σκεπάζουν πετώντας
κι ότι ένα φιλί, μου φαίνεται,
στα χείλη σου τη σφραγίδα του βάνει. Κι όπως τα πράγματα όλα ποτισμένα είναι από την ψυχή μου,
έτσι αναδύεσαι κι εσύ μες απ’ τα πράγματα,
ποτισμένη απ’ τη δική μου ψυχή.
Του ονείρου πεταλούδα, της ψυχής μου εσύ της μοιάζεις έτσι,
σαν όπως μοιάζεις και στη λέξη μελαγχολία, καθώς ηχεί. Μ’ αρέσεις άμα σωπαίνεις, επειδή στέκεις εκεί σαν ξενιτιά.
Κι άμα κλαις μου αρέσεις,
απ’ την κούνια σου πεταλούδα μικρή μου εσύ.
Κι ενώ μεν απ’ τα πέρατα με ακούς,
η φωνή μου εμένα δεν μπορεί να σ’ αγγίξει:
Άσε με τώρα να βυθιστώ κι εγώ σωπαίνοντας
μες τη δική σου σιωπή. Άσε με τώρα να σου μιλήσω κι εγώ με τη σιωπή
τη δικιά σου
που είναι απέριττη σα δαχτυλίδι αρραβώνων
και που λάμπει σαν αστραπή.
Είσαι όμοια με την νύχτα, αγάπη μου,
η νύχτα που κατηφορίζει έναστρη.
Από…

Φανή Αθανασιάδου

ΑΥΤΗ Η ΠΟΛΗ
*( Θεσσαλονίκη)

Απ’το παράθυρο
τόξερε, τόνοιωθε
άφησε πίσω
την πεπατημένη οδό
βάδισε σε στενά σοκκάκια
από την Ανω πόλη ως τον Λευκό Πύργο
δυνατός ο Βαρδάρης
επαναλάμβανε με τα χείλη της
σύμφωνα και φωνήεντα
που σχημάτιζαν με τ’όνομα την ιστορία
έφτανε ν’ατενίσει τον Θερμαικό
τα νερά του που αμέσως γίνονταν κύματα από λέξεις
ποιήματα που σμίγαν
στον παρόντα ενιαίο χρόνο
θα μπορούσε να μείνει έτσι εκεί ακίνητη
μπροστά στη θάλάσσα…
να καρτερά,να προσδοκά ν’αποχαιρετά
χέρια και πόδια δεν υπήρχαν
όλα είχαν γίνει αυτή η πόλη.
Αθανασιάδου Φανή

 *Με το ποίημα:''Αυτή η Πόλη(Θεσσαλονίκη)''συμμετείχε  η ποιήτρια Φανή Αθανασιάδου, στην εκδήλωση της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης με θέμα:Θεσσαλονίκη γραφές του νερού που έγινε την Κυριακή στο πλαίσιο του Φεστιβάλ βιβλίου

Λάμπρος Πορφύρας

Γαλήνη
Σήμερα πάλι λιόχαρος εἶναι ὁ γιαλὸς κι ὁ δρόμος
ὁ ἐρημικός, ποὺ σέρνεται κοντὰ στ᾿ ἀκροθαλάσσι
τὸ καλοκαίρι τὄδιωξαν τὰ πρωτοβρόχια, κι ὅμως
τὸ σκοτεινὸ φθινόπωρο δὲν ἔχει ἀκόμα φτάσει.
Εἶναι μιὰ τόση ἀπανεμιὰ καὶ μιὰ γαλήνη τόση,
ποὺ τὰ καράβια ἀπόμακρα μὲ τὰ πανιὰ ἀνοιγμένα
σταμάτησαν, μὰ κοίταξε, σὰ νἄχουν μετανιώσει,
πὼς τέτοιο φῶς ἀφήσανε καὶ πᾶν στὰ μαῦρα ξένα.
Τώρα ὡς κι οἱ πένθιμοι καπνοὶ τῶν βαποριῶν ἀράζουν
ἀσάλευτοι σὰ σύννεφα κι αὐτοὶ μὲς στὸν ἀγέρα.
Ὅλα ἀπ᾿ τὸν κόπο τῆς ζωῆς τριγύρω μου ἡσυχάζουν
ὅλα, καὶ μόνο στοῦ γιαλοῦ τὴν ἀμμουδιὰ ἐκεῖ πέρα,
μονάχα ἐκεῖ, Γαλήνη μου, σαλεύοντας τὸ κῦμα
ζητάει κάποιο τραγούδι του νὰ πεῖ μὲς τὴ γιορτή σου,
μὰ δὲν ξεσπάει νὰ σοῦ τὸ πεῖ, λὲς καὶ πὼς τὄχει κρῖμα
νὰ σοῦ ταράξει τὴ χαρὰ ποὺ βρῆκες στὴ σιωπή σου.

Μαριάνθη Πλειώνη.

ΔΙΑΒΑΤΗΣ ΞΕΝΟΣ.
Της γης τα δάχτυλα μ’αγγίζουν ματωμένα.
Στ’ άχρωμα σύννεφα ο ήλιος ξεψυχά.
Η βία, ο πόλεμος, με φέρανε στα ξένα,
η ανάγκη ξόβεργα με γράπωσε γερά.
Ποιο χέρι ανάλγητο στον ουρανό μοιράζει,
αγάπη,χάδι,γέλιο,ειρήνη,ζεστασιά,
πόνου καπνός στα δάκρυα μου απαγκιάζει,
η μοιρασιά σαν πέτρα στο λαιμό βαριά.
Χέρια, φωνές, βλέμματα φόβου στοιβαγμένα,
σ’ένα βαγόνι νύχτα,ατέλειωτη βροχή.
Ούτε μια στάλα δεν περίσσεψε για μένα,
δίχως αντίκρισμα κληρονομιά,η ντροπή.
Έχω τις τσέπες μου απελπισία γεμάτες.
Θλίψη απέραντη μια θάλασσα κρατώ.
Έσβησαν,χάθηκαν οι λιγοστές μου αυταπάτες.
Σπίτι η γη, που είναι για μένα σφαλιστό.
Μαριάνθη Πλειώνη.


Το ποίημα:Διαβάτης Ξένος''τιμήθηκε με έπαινο στον διαγωνισμό "Καισάριος Δαπόντες" στη Σκόπελο,το 2016,γραμμένο για όσους αναγκάζονται να ξεριζωθούν από τον τόπο τους.

Γιάννης Διογένης

ΟΝΕΙΡΟ ΚΑΛΟΚΑΙΡΙΟΥ
Καλοκαίρια που περάσαν,
όνειρα σ ' ακρογιαλιές,
με το γλυκό νανούρισμα της θάλασσας
ν αγκαλιάζει την αμμουδιά
τις νύχτες μ' αστροφεγγιά...
ξαγρυπνούσα στο πέλαγο,
κοιτάζοντας μακριά.
πέρα απ τους ορίζοντες,
ρωτώντας το...
αν σε αντάμωσε και πάλι,
όπως εκείνο το καλοκαίρι...
το καλοκαίρι μας.
Έφυγες το Σεπτέμβρη με τα όνειρά μου.
Κι απόμεινα,
μονάχος στο πέλαγο,
να μετρώ τις όμορφες στιγμές μας.
Χαμογελώ...
τ άστρα ζωγραφίζουν ακόμη στον ουρανό
τη μορφή σου. Γιάννης Διογένης