Δευτέρα, 24 Απριλίου 2017

Παρασκευόπουλος Γιάννης:~Εξομολόγηση Ψυχής~




 
ΕΞΟΜΟΛΟΓΗΣΗ ΨΥΧΗΣ
 Διάβηκα του κορμιού σου 
τα μονοπάτια
 Όχι όμως για να ερωτοτροπήσω 
Αλλά για να συναντήσω την ψυχή σου
 Αυτήν που έψαχνα καιρό τώρα 
Και να την ρωτήσω 
 αν με θυμάται ακόμα 
Αν θυμάται εμένα και τι εστί για εκείνη 
Την  βρήκα μου απολογήθηκε δειλά 
αλλά αληθινά
 Ναι  σε θυμάμαι 
Είσαι αυτός που αγάπησα κάποτε
 και αγαπώ ακόμα. 
3/4/17 
Γιάννης Παρασκευόπουλος



















Τετάρτη, 19 Απριλίου 2017

Γιάννης Παρασκευόπουλος:~πεθυμιά Ζωής~


Πως πεθύμησα να ταξιδεύω
Στ'ακρογιάλια του κορμιού σου
Φάρος τα μάτια σου με βλέμμα λάγνο
απάνεμα σε σένα να με φέρνουν
Βράχοι ύφαλοι να μένουν μακριά
Σαν έρχομαι στου λιμανιού σου
Την γλυκιά αγκαλιά
Αγκυροβόλι της καρδιάς μου εσύ
Δέξου με
Κουράστηκα αλλού να ταξιδεύω

18/4/17
Γιάννης Παρασκευόπουλος 

Τρίτη, 11 Απριλίου 2017

Κική Δημουλά:~Γραμματείς και πρεσβύτεροι αιώνες~


«Ιδού η μικροτάτη Παρασκευή πάλι
σε βαφή Μεγάλης βουτηγμένη.

Μέτωπο αιμάτινο σου πλέκουν τ’ ακανθώδη
έθιμα
και επί τον ιματισμόν σου έβαλαν κλήρο
η νηστεία ο Μπαχ τα βαρελότα και η μέθοδος
να φτάνει με καρφιά στα άκρα του ο πόνος.

Τι κι αν εσχίσθη το καταπέτασμα των χαμομηλιών
τι κι αν χρωμάτων στρατιαί εξεπλήττοντο

σταύρωσον σταύρωσον αλαλάζουν
τα κρεοπωλεία οι ψησταριές κι οι φούρνοι.

Δε μ’ άκουσες.
Άφησες ανύμφευτη την κόμη της Μαγδαληνής
και σπατάλησες το σπάνιο Νυμφίο άρωμά σου
για να κάνεις τεστ αληθείας στην αγάπη, στον πλησίον.
Σου φώναζα να τους αφήσεις όπως είναι

όπως τους παραλάβαμε από την υπαρξιακή παράδοση
όπως περιγράφτηκαν από στόμα σε στόμα
από πικρό ποτήριον σε πικρότερο. Δε γλίτωσε
σταυρώθηκε όποιος διανοήθηκε να τους επαληθεύσει.

Προσκυνώ το οικείον προσφιλές μου σφάλμα σου.
Εν συντριβή περιστρέφω τη σούβλα
αδημονώντας σε αμνέ μας».

Γεώργιος Βερίτης~Ο Αναστάσιμος~

Στην αναστάσιμη χαρά
φυτρώνουν μέσα μας φτερά,
κι αντάμα ξεκινάμε
για κάποιες χώρες μακρινές
που τόσες γνώριμες φωνές
μας προσκαλούν να πάμε.

Όλοι μαζί! Κι είν' η φωτιά
στην τρισευδαίμονη ματιά,
και λάμπει γύρω η πλάση
Δόξα, ωσαννά στον Πλαστουργό
που 'ρθε με λόγο και Σταυρό
τον κόσμο ν' αναπλάσει.

Άνοιξη μπήκε για καλά,
κι η αγράμπελη μοσκοβολά
κι η πασχαλιά ευωδιάζει.
Πήδα και χόρευε ψυχή
που σ' έλιωσ' η απαντοχή
και το πικρό μαράζι.
 ΄
Άνοιξη μπήκε για καλά
κι η θάλασσα παιζογελά
κι ανθίζουν κήποι εντός μου.
Πλάκες που στέκατε βαριές
στα μνήματα και στις καρδιές
σας έσπασε ο Χριστός μου.

Γεώργιος Βερίτης (Αλεξανδρος Γκιάλας)

Τόμας Μόρ~Του Χριστόφορου Τριάντη~



Ο φιλόσοφος Τόμας Μορ δέχτηκε στη φυλακή την κόρη και τη γυναίκα του.Προσπάθησαν να τον μεταπείσουν να αποδεχτεί τις απαιτήσεις του Ερρίκου όγδοου,για τον επικείμενο γάμο του.
 Πρώτη μίλησε η κόρη,« Πατέρα μοχθείς να γίνεις ήρωας!»
«Μπέτυ,δεν έχω όρεξη να κάνω τον γενναίο.Γνωρίζεις ότι σ’ έναν κόσμο που η ταπεινοφροσύνη,η εντιμότητα και η εγκράτεια είναι κυρίαρχες,δεν χρειάζονται ήρωες …»
Η σύζυγος τον διέκοψε,«Τόμας , είναι ανάγκη να υπακούσεις στον βασιλιά!»
« Όχι Μαρία!Ας μάθει ο λαός ότι δεν χάθηκε το θάρρος. Γύρω μας βασιλεύουν ο φθόνος, το μίσος,η κακία.Ο λαός διδάσκεται να ζει μ’ αυτά.Τότε  χρειάζονται οι μάρτυρες,για να δείξουν ότι η χυδαιότητα νικιέται,από κάποιον που απολογείται μόνο στον Θεό…»

Κυριακή, 9 Απριλίου 2017

Νικηφόρος Βρεττάκος~Η ανοιγμένη φλέβα~


Δέσε απόψε τη σπασμένη μου φλέβα.
Ο σφυγμός μου αδυνάτισε. Προσπαθείς να την κλείσεις
μ’ ένα άσπρο τριαντάφυλλο.
Έγινε κόκκινο

Όλο κοκκίνισαν.
Τα σεντόνια μου έγιναν
παραπόταμοι ανάμεσα
στα βουνά. Παραπόταμοι 
κόκκινο
ανάμεσα
στ’ άστρα

Σάββατο, 8 Απριλίου 2017

Άγγελος Σικελιανός~Στ’ Οσίου Λουκά το μοναστήρι~


«Στ’ Οσίου Λουκά το μοναστήρι, απ’ όσες
γυναίκες του Στειριού συμμαζευτήκαν
τον Επιτάφιο να στολίσουν, κι’ όσες,
μοιρολογήτρες, ως με του Μεγάλου
Σαββάτου το ξημέρωμα αγρυπνήσαν,
ποια να στοχάστη έτσι γλυκά θρηνούσαν! –
πώς, κάτου απ’ τους ανθούς, τ’ ολόαχνο σμάλτο
του πεθαμένου του Άδωνη ήταν σάρκα
που πόνεσε βαθιά;


Γιατί κι’ ο πόνο
στα ρόδα μέσα, κι’ ο επιτάφιος θρήνος,
κ’ οι αναπνοές της άνοιξης που μπαίναν
απ’ του ναού τη θύρα, αναφτερώναν
το νου τους στης Ανάστασης το θάμα,
και του Χριστού οι πληγές σαν ανεμώνες
τους φάνταζαν στα χέρια και στα πόδια,
τι πολλά τον σκεπάζανε λουλούδια,
που έτσι τρανά, έτσι βαθιά ευωδούσαν!


Αλλά το βράδυ το ίδιο του Σαββάτου,
την ώρα π’ απ’ την Αγια Πύλη το ένα
κερί επροσάναψε όλα τ’ άλλα ως κάτου,
κι’ απ’ τ’ Αγιο Βήμα σάμπως κύμα απλώθη
το φως ως με την ξώπορτα, όλοι κι’ όλες
ανατριχιάξαν π’ άκουσαν στη μέση
απ’ τα «Χριστός Ανέστη» μιαν αιφνίδια
φωνή να σκούξει: “Γιώργαινα, ο Βαγγέλης!”

Και να, ο λεβέντης του χωριού, ο Βαγγέλης,
των κοριτσιών το λάμπασμα, ο Βαγγέλης,
που τον λογιάζαν όλοι για χαμένο
στον πόλεμο – και στέκονταν ολόρτος
στης εκκλησιάς τη θύρα, με ποδάρι
ξύλινο, και δε διάβαινε τη θύρα
της εκκλησιάς, τι τον κυττάζαν όλοι
με τα κεριά στο χέρι, τον κυττάζαν
το χορευτή που τράνταζε τ’ αλώνι
του Στειριού, μια στην όψη, μια στο πόδι,
μα ως να το κάρφωσε ήταν στο κατώφλι
της θύρας, και δεν έμπαινε πιο μέσα!

Και τότε, – μάρτυράς μου νάναι ο στίχος,
ο απλός κι’ ο αληθινός ετούτος στίχος, –
απ’ το στασίδι πούμουνα στημένος
ξαντίκρυσα τη μάνα, απ’ το κεφάλι
πετώντας το μαντίλι, να χιμήξει
σκυφτή και ν’ αγκαλιάσει το ποδάρι,
το ξύλινο ποδάρι του στρατιώτη,
(έτσι όπως τό ειδα ο στίχος μου το γράφει,
ο απλός κι’ αληθινός ετούτος στίχος),
και να σύρει απ’ τα βάθη της καρδιάς της
ένα σκούξιμο: «Μάτια μου, Βαγγέλη!».

Νίκος Καρούζος~Άσμα μικρό~


«Χάθηκε αυτός ο οδοιπόρος.
Είχε συνάξει λίγα φύλλα
ένα κλαδί γεμάτο φως
είχε πονέσει.
Και τώρα χάθηκε…
Αγγίζοντας αληθινά πουλιά στο έρεβος
αγγίζει νέους ουρανούς
η προσευχή του μάχη.
Έαρ μικρό έαρ βαθύ έαρ συντετριμμένο».

Κώστας Βάρναλης~Η Μάνα του Χριστού~


«Πώς οι δρόμοι ευωδάνε με βάγια στρωμένοι,
ηλιοπάτητοι δρόμοι και γύρω μπαξέδες!
Η χαρά της γιορτής όλο πιότερο αξαίνει
και μακριάθε βογκάει και μακριάθε ανεβαίνει.

Τη χαρά σου, Λαοθάλασσα, κύμα το κύμα,
των αλλώνε τα μίση καιρό τήνε θρέφαν,
κι αν η μαύρη σου κάκητα δίψαε το κρίμα,
να που βρήκε το θύμα της, άκακο θύμα!

Φεύγεις πάνω στην άνοιξη, γιε μου καλέ μου.
Ανοιξή μου γλυκιά, γυρισμό που δεν έχεις.
Η ομορφιά σου βασίλεψε κίτρινη, γιε μου,
δε μιλάς, δεν κοιτάς πώς μαδιέμαι, γλυκέ μου!

Κει στο πλάγι δαγκάναν οι οχτροί σου τα χείλη..
Δολερά ξεσηκώσανε τ’ άγνωμα πλήθη,
κι όσο ο γήλιος να πέση και νά ‘ρθη το δείλι,
το σταυρό σου καρφώσαν κι’ οχτροί σου και φίλοι.

Μα γιατί να σταθής να σε πιάσουν! Κι ακόμα
σα ρωτήσανε: “Ποιος ο Χριστός;” τί ‘πες “Νά ‘με”!
Αχ! δεν ξέρει τι λέει το πικρό μου το στόμα!
Τριάντα χρόνια παιδί μου δε σ’ έμαθ’ ακόμα!».

Κώστας Βάρναλης ~Οι πόνοι της Παναγιάς~


«Πού να σε κρύψω, γιόκα μου, να μη σε φτάνουν οι κακοί;
Σε ποιο νησί του Ωκεανού, σε ποια κορφήν ερημική;
Δε θα σε μάθω να μιλάς και τ’ άδικο φωνάξεις
Ξέρω πως θάχεις την καρδιά τόσο καλή, τόσο γλυκή,
που με τα βρόχια της οργής ταχιά θενά σπαράξεις.

Τη νύχτα θα σηκώνομαι κι αγάλια θα νυχοπατώ,
να σκύβω την ανάσα σου ν’ ακώ, πουλάκι μου ζεστό
να σου τοιμάζω στη φωτιά γάλα και χαμομήλι,
κ’ υστέρα απ’ το παράθυρο με καρδιοχτύπι να κοιτώ
που θα πηγαίνεις στο σκολιό με πλάκα και κοντύλι…

Κι αν κάποτε τα φρένα σου μ’ αλήθεια, φως της αστραπής,
χτυπήσει ο Κύρης τ’ ουρανού, παιδάκι μου να μη την πεις
Θεριά οι ανθρώποι, δεν μπορούν το φως να το σηκώσουν
Δεν είν’ αλήθεια πιο χρυσή σαν την αλήθεια της σιωπής.
Χίλιες φορές να γεννηθείς, τόσες θα σε σταυρώσουν!»

Παρασκευή, 7 Απριλίου 2017

Πάθη του Κυρίου

«Κάτω στα Ιεροσόλυμα
στον τάφο του Κυρίου
εκεί δέντρο δεν ήτανε
και δέντρο εφυτρώθη.

Το δέντρο ήταν ο Χριστός
και ρίζα η Παναγία
κι αυτά τα ριζοκλώναρα
ήταν οι μάρτυρές του
που μαρτυρούσαν κι έλεγαν
τα πάθη του Κυρίου.

Σήμερον μαύρος ουρανός,
σήμερον μαύρη μέρα,
σήμερον όλοι χλίβονται
και τα βουνά λυπούνται.

Σήμερον έβαλαν βουλή
οι άνομοι Οβραίοι,
οι άνομοι και τα σκυλιά
κι οι τρισκαταραμένοι
για να σταυρώσουν τον Χριστό
τον πάντα Βασιλέα.

Και Κύριος εθέλησε
να μπει σε περιβόλι
να λάβει Δείπνο Μυστικό,
να τον συλλάβουν όλοι.

Κι η Παναγιά η Δέσποινα
καθόταν μοναχή Της
τας προσευχάς της έκανε
για Τον μονογενή Της.

- Σώνουν κυρά μου οι προσευχές ,
σώνουν και οι μετάνοιες
και Τον Υιόν σου πιάσανε
και στον φονιά Τον πάνε
και στου Πιλάτου τας αυλάς
κι εκεί Τον τυραγνάνε.

Τετάρτη Τον επιάσανε
Πέμπτη Τον τυραγνάνε
Παρασκευή τ' αποταχύ
πάνε να Τον σταυρώσουν.

- Χαλκιά χαλκιά, φτιάσε καρφιά
φτιάσε τρία περόνια.
Και 'κείνος ο παράνομος
βάνει και φτιάνει πέντε.
- Συ παραγιέ που τα 'φτιασες
πρέπει να μας διατάξεις.

- Βάλτε τα δυο στα χέρια Του
τ' άλλα τα δυο στα πόδια,
το πέμπτο το φαρμακερό
βάλτε το στην καρδιά Του,
να τρέξει αίμα και νερό
να λιγωθεί η καρδιά Του.

Κι η Παναγιά σαν τ' άκουσε
εβρέθει λιγωμένη.
- Φέρτε μαχαίρια να σφαχτώ
φωτιά να πάω να πέσω.
Σε τί γκρεμό να γκρεμιστώ
για Τον Μονογενή μου ;

Στάμνα νερό Της ρίξανε
τρία κανάτια μούστο
και τρία με ροδόσταμνα
για να Της έρθει ο νους Της .

Όταν Της ήρθ' ο λογισμός,
όταν Της ήρθ' ο νους Της
φωνή Της ήρθε εξ' ουρανού
κι απ' Αρχαγγέλου στόμα:

-Λάβε Κυρά μου υπομονή,
λάβε Κυρά μου ανέχεια.
- Το πώς να λάβω υπομονή,
το πώς να λάβω ανέχεια
είχα υιό Μονογενή
κι Εκείνον σταυρωμένον.
Τον εσταυρώσαν τα σκυλιά
κι οι τρισκαταραμένοι.

Κι η Μάρθα κι η Μαγδαληνή
κι η μάνα του Λαζάρου
και του Ιακώβου η αδερφή
κι οι τέσσερις αντάμα
σαν πήραν το στρατί στρατί,
στρατί το μονοπάτι ,
το μονοπάτ' τις έβγαλε
μεσ' του ληστού την πόρτα .

- Άνοιξε πόρτα του ληστού
και πόρτα του Πιλάτου
κι η πόρτα απ' το φόβο της
ανοίγει μοναχή της.

Κοιτάει δεξιά, κοιτάει ζερβά
κανένα δεν γνωρίζει.
Κοιτάει και δεξιότερα
και βλέπ' τον Άη-Γιάννη.

- Αφέντη αη-Γιάννη Πρόδρομε
που βάφτισες Τον γιο μου
μην είδες τον υιόκα μου
Τον μένε Δάσκαλό σου;

- Δεν έχω χείλη να σου πω,
γλώσσα να σου μιλήσω,
δεν έχω χειροπάλαμο
για να σου Τονε δείξω.

Βλέπεις εκείνο τον γυμνό
τον παραπονεμένο
όπου φορεί στην κεφαλή
αγκάθινο στεφάνι;

Εκείνος ειν'ο γιόκας σου
και μένα ο Δάσκαλός μου.
Η Παναγιά πλησίασε
γλυκά τον ερωτάει:

- Δε μου μιλάς παιδάκι μου,
δε μου μιλάς παιδί μου;
- Τί να σου πω μανούλα μου
που διάφορο δεν έχεις;

Μόνο το Μέγα Σάββατο
μετά το μεσονύχτι
που θα λαλήσει ο πετεινός
σημαίνουν τα ουράνια.

Σημαίνει κι η Αγιά Σοφιά
το Μέγα Μοναστήρι
με τετρακόσια σήμαντρα
κι εξήντα δυο καμπάνες
κάθε καμπάνα και παπάς
κάθε παπάς και διάκος.

Όποιος τ' ακούει σώζεται
κι όποιος το λέει αγιάζει
κι όποιος το παρακουρμαστεί
Παράδεισο θα λάβει.
Παράδεισο και λίβανο
από τον Άγιο Τάφο».

 πηγή: http://impneothta.gr/kathxhsh/thematagiaekdhlwseis/pasxa/poihmata/item/254-pesmaslazaretieides.html

Ποιήματα για το Πάσχα


Πες μας Λάζαρε τι είδες

Πες μας Λάζαρε τι είδες
εις τον Άδη που επήγες.

Είδα φόβους, είδα τρόμους,
είδα βάσανα και πόνους,

δώστε μου λίγο νεράκι
να ξεπλύνω το φαρμάκι,

της καρδούλας μου το λέω
και μοιρολογώ και κλαίω.

Του χρόνου πάλι να 'ρθουμε,
με υγεία να σας βρούμε,

και ο νοικοκύρης του σπιτιού
χρόνια πολλά να ζήσει,

να ζήσει χρόνια εκατό
και να τα ξεπεράσει.


πηγή: http://impneothta.gr/kathxhsh/thematagiaekdhlwseis/pasxa/poihmata/item/254-pesmaslazaretieides.html

Τετάρτη, 5 Απριλίου 2017

Έξι Χαϊκού για την Άνοιξη~Της Μαριάνθης Πλειώνη~



Του μήνα Μάρτη
τα κλαδιά κοκκινίζουν
από άνοιξη. 
      ***

 Νύχτες άνοιξης
σε γιασεμιά κι αστέρια
παραδίνομαι. 
     ***


Μεθώ απόψε
η άνοιξη κερνάει
νυχτολούλουδα.
     ***

 Μια λέξη χρώμα
στου Απρίλη τις χάρες
χελιδονάκι. 
    ***

Βροχή τ΄Απρίλη
εγώ κι ο κότσυφας
σκιές στο χώμα. 
      ***

Φεγγαρόφωτο
στα δίχτυα της λίμνης
κόμπος η νύχτα.

Πλειώνη Μαριάνθη