Πέμπτη, 18 Μαΐου 2017

ΛΥΠΑΜΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ / ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ ΓΚΟΓΚΑΣ

               Το ποίημα:~Λυπάμαι τα Ποίημα~Έλαβε το 3οΒραβείο στον Πρώτο Διεθνή Διαγωνισμό Ποίησης και Διηγήματος<<Γιώργος Σεφέρης>>που διοργανώθηκε από την Έδρα Νεοελληνικής Γλώσσας και Λογοτεχνίας του Πανεπιστημίου του Παλέρμο Ιταλίας(Τομέας Ανθρωπιστικών Σπουδών)από κοινού με την Ελληνική Κοινότητα Σικελίας ''Τρινακρία''και τον Εκδοτικό Οίκο ''Νόστος-Edizioni La Zisa''

ΛΥΠΑΜΑΙ ΤΑ ΠΟΙΗΜΑΤΑ
Λυπάμαι τα ποιήματα, 
που κάθονται οκλαδόν στα άσπρα σκαλοπάτια των Εκκλησιών, 
στα βρώμικα πεζοδρόμια των πόλεων, 
έξω από τα πολυσύχναστα καταστήματα, 
γυρολόγοι στα απόμακρα χωριά και στις λασπωμένες συνοικίες, 
με τους νηστικούς στίχους υψωμένους να ικετεύουν, 
έναν επιθετικό προσδιορισμό, ένα καλολογικό στοιχείο, 
ένα κόμμα, μία τελεία, μια ξεχασμένη απόστροφο,
μια λύση στο αδιέξοδο, μια μυστική φωλιά στον ποιητή κι ένα θάνατο.
Λυπάμαι εκείνα τα ποιήματα
που δεν βλέπουν, δεν θέλουν να δουν,
δεν ακούν, έχουν σπάσει οι σάλπιγγες
στηρίζονται σε ξύλινες πατερίτσες,
κάμουν τους ανάπηρους, ακρωτηριασμένοι στην ψυχή
γεμίζουν με συγνώμες και ευχολόγια τις ημέρες τους
σαλιαρίζοντας πάνω από τους πληγωμένους ήχους των κερμάτων.
Κέρβεροι που φιλούν τους γυμνοσάλιαγκες των κύκλων της ποιήσεως.
Τι να τα κάμω αυτά τα ποιήματα;
Ελεεινά και τρισάθλια κουρέλια,
διπλά πλυμένα, απλωμένα ρετάλια, στους ιστούς αραχνών
σκεβρωμένα οστά που εκλιπαρούν ανάνηψη,
 των ανεπαρκών λόγων, των χαλαρωτικών εικόνων, των απροσάρμοστων ήχων.
Να λοιπόν ένα πουλί, ένα νηστικό πουλί,
να μια μέλισσα, μια θυμωμένη μέλισσα,
ένα μαύρο χελιδόνι,
ένα μαύρο χελιδόνι, είναι πάντα ένα μαύρο χελιδόνι που φέρνει την Άνοιξη.
Πάνω από την φωλιά των ποιημάτων,
 παίζει με τους τόνους, τα ουσιαστικά και τα επίθετα.
Παίζει με τους επαίτες, τους ληστές, τους δωρητές.
 Παίζει με την θάλασσα, το ποτάμι, τη λίμνη και το έλος.
Παίζει με τη ζωή, παίζει και με τον θάνατο.
Κλωτσάει τη σφαίρα να γίνει πάνινο τόπι στα πόδια ενός ποιήματος.
Ανοίγει μια κονσέρβα, μαχαίρι για την αυτόχειρα μνήμη μας.
Κι ακόμα λυπάμαι για τούτα τα ποιήματα.
Λίγα ξέρω για τη στίξη και τη μυστική συμφωνία του ποιητή.
Τέλος,
ύστερα από τη σταύρωση δεν ξέρω αν είναι λάθος
η ανάσταση των ποιημάτων με αντίδωρο το ερωτηματικό.
Γκόγκας Δημήτριος
(αναδημοσίευση από το προσωπικό ιστολόγιο του ποιητή <<Η Ανθολογία μου>>)

Τετάρτη, 17 Μαΐου 2017

ΜΑΡΙΑ Γ. ΤΖΑΝΑΚΟΥ- ΤΟ ΠΕΠΛΟ ΤΗΣ ΒΡΟΧΗΣ

 
Το συμβούλιο έληξε
Τα σύννεφα αποφάσισαν
Σφιχταγκαλιάστηκαν
Εναντιώθηκαν στα προστάγματα του Ήλιου
Έμειναν ακίνητα
Ακίνητα ανάμεσα στις σκάλες του Ουρανού
Γάμος θα γινότανε
Ο αρχηγός τους, βαστούσε ανάλαφρα το βελούδινο χέρι της Θεάς Βροχής
Τι ομορφιά!
Ο Άνεμος, σε μια γωνιά περίμενε την μέλλουσα σύζυγό του
Τι ανυπομονησία!
Το κατάλευκο πέπλο της έσταζε διαμαντένιες δροσοσταλίδες
Αναζωογόνηση της φύσης
Λίμνες
Ποτάμια
Θάλασσες
Πυκνά δάση
Απέραντη δροσιά!
Όλα τους τραγουδούσαν σκοπούς μελωδικούς
Άπλωναν ικετευτικά τα χέρια για μια μονάχα δροσοσταλίδα μαγική
Τοπία υπέροχα ήταν
Αληθινά
Μπορεί και φανταστικά
Σίγουρα όμως θεσπέσια
Και η χαρά του γάμου συνεχιζότανε
Οι φτερωτοί ένοικοι των αιθέρων πίναν στην υγειά των μελλονύμφων
Όμορφη η φύση
Γλυκόπιοτο και μεθυστικό το κρασί
Μεθυστικό σαν τους μελωδικούς ρυθμούς της άρπας των χελιδονιών
Η Θεά Βροχή πλησίαζε τον Άνεμο
Χαιρότανε
Η υπέρτατη Θεά!
Μια Θεά που περιφρονητικά ύψωσε το βλέμμα της σε μιαν αχτίδα Ήλιου
Όμως
Αμέσως τα μάτια της κλείσανε
Τα έσφιξε
Δάκρυσαν από τον πόνο
Τα σύννεφα την κοιτούσαν τρομαγμένα
Ξέραν τις συνέπειες
Ουρλιαχτά!
Η Βροχή ξάφνου πέταξε το πέπλο της
Το ποδοπάτησε
Οι δροσοσταλίδες κυλούσαν ασταμάτητα
Βροχή
Η Βροχή έφερε πλημμύρα
Η πλημμύρα καταστροφές
Και οι καταστροφές θάνατο
Το ολόλευκο πέπλο έγινε μωβ
Κομματιάστηκε
Χρυσομαλλούσες Κόρες θρηνούσαν
Έπεφταν στο βρεγμένο χώμα
Κυλιόντουσαν
Κόβαν τις πλεξούδες τους
Τις θάβανε βαθιά
Βαθιά
Σε σημείο που ούτε ο Θεός δεν γνώριζε
Μπήγαν τα νύχια στα ολόλευκα πρόσωπά τους
Με δύναμη
Με θυμό
Και φόβο
Βλέπεις;
Ματωμένα τα πρόσωπά τους
Τώρα το χάος
Φωνές
Φωνές
Φωνές
Η Βροχή φωνάζει
Ζητάει συγχώρεση
Ικετεύει
Ικετεύει τον Ήλιο
Αναζητά το φως της
Και οι κόρες συνεχίζουν να θρηνούν
Θρήνος πάνω από φέρετρα αδειανά
Γκρεμισμένα σπιτικά γυρεύουν τον επίγειο παράδεισο των ονείρων των ιδιοκτητών τους
Τα «Γιατί» και «Πώς» πνίγονται ταξιδεύοντας σε αγριεμένες θάλασσες
Αγριεμένες;
Ο Ήλιος ετοιμάζει τις ηρεμιστικές ενέσεις
Μόλις πριν λίγο ο Άνεμος ταπεινωμένος είχε συνθηκολογήσει
Μα ποιος θα ξαναυφάνει το κουρελιασμένο πέπλο;
Αληθινά, αυτό κανείς δεν το λογαριάζει
~Μαρία Γ. Τζανάκου~
Συλλογή: Συμπαντικές Καταδύσεις, Αθήνα 2005

Χριστόφορος Τριάντης:~Περί Τέχνης~


« Κύριέ μου,λέω ότι η αποτυχία της σύγχρονης  καλλιτεχνίας εστιάζεται σε κάποια στοιχεία.Καταρχήν,οι δημιουργοί κοιτούν να φανούν μοντέρνοι και να ανέβουν τάχιστα τα σκαλιά της φήμης,φορτώνοντας τον κόσμο θνησιγενή,εύκολα πράγματα.Ναι, είναι αλήθεια πως,ό,τι γίνεται σήμερα,ακόμα και από κορυφαίους σκηνοθέτες, συγγραφείς,ποιητές και ζωγράφους χάνεται.Λειτουργία πνευματική για όφελος και χρήμα.Και το σπουδαιότερο για ν’αρέσουν στο απαίδευτο πλήθος,που ακολουθεί με ευκολία ό,τι είναι χυδαία εκμοντερνισμένο».
«Να γυρίσουμε πίσω;»
«Όχι,δεν είπα να  καθηλωθούν οι καλλιτέχνες στο παρελθόν, αλλά να σεβαστούν την κλίση τους,την αλήθειά τους.Αν έχουν μέσα στο έργο τους ποίηση,θα φανεί στον καμβά της δημιουργίας.Δεν υπάρχει δύναμη που να σταματά την ωραιότητα και την ομορφιά».
Τριάντης Χριστόφορος


Κυριακή, 14 Μαΐου 2017

Χριστόφορος Τριάντης: ~Ο Χρόνος~

Ο σοφός άκουσε την ερώτηση του αγοριού.
«Λοιπόν Μίκαελ,με ρώτησες τι είναι ο χρόνος.Για πες μου πώς λέγεται αυτό που ζούμε τώρα,αυτό που πέρασε,κι αυτό που θα ‘ρθει;»
«Εύκολη η απάντηση!»είπε το αγόρι« παρόν,παρελθόν,  μέλλον…»
Και συνέχισε να ρωτά τον σοφό«Και γιατί δεν φαίνεται ο χρόνος;Γιατί οι άνθρωποι τρέχουν σαν να τους κυνηγά;»
«Μίκαελ, ο χρόνος είναι μέσα στην καρδιά του κάθε ανθρώπου.Ανάλογα τι καρδιά έχει,έτσι είναι και ο χρόνος  του.Μεγαλη καρδιά,όμορφος χρόνος.Υπάρχει και η αντιστοιχία:τα δευτερόλεπτα μοιάζουν σαν τα λουλούδια,οι ώρες σαν το γάργαρο νερό και οι ημέρες,άλλοτε σαν να τις φωτίζει ο ήλιος,κι άλλοτε σαν να τις τυλίγει μια μελαγχολική βροχή…»
Τριάντης Χριστόφορος

Πέμπτη, 11 Μαΐου 2017

Dhimitër Kokaveshi:ΜΑΝΑ


ΜΑΝΑ
Ένοιωσα μέσα μου
όχι ιδέες
για αγάπη, πως να αυξήσω
πληθώρα
πολυτέλεια θησαυρού
ψυχής, μάνας;...
Δεν είναι η έμπνευση είναι!...
Πνοές, που έδωσε
ζωής!... Ποτάμια ο θησαυρός
στα πιο πολύτιμα
ψυχής σου στοργή ζωής
μιας αγκαλιάς
δεν γνώρισα, δεν ένοιωσα
στιγμή!...
Πιο δροσερή, στην πιο θωρακισμένη
αγκαλιά, χαράς!...
Την ζω, σε ζω, και μες το πόνο
σαν με πνίγουν
σκέψεις;... Μου άφησες σε φως
με χάρισες
μου χάρισες!... Αλληλοκράτημα
την αγκαλιά σου μάνα
σε μια εικονογράφηση δεν θα αφήσω
αιώρα ψυχής
το χάδι στα μαλλιά κι ο ύπνος μου;!...
Πιο παιδικός
κι απ' της ζωής τα κείμενα
στοργή σου
παράκληση,... γλυκιά!... Αξίας
αίσθησης
συναίσθημα!... Μου έδωσες
ζωή!...
Έστω μικρή, σε βάσανα «καλόψυχων αξίες τους;»
Αντίθεση
στο φάρδος σου, μανά!... Δεν ξέρω
τι τον τάισε
τι μετοχές, του κόσμου μας
υψώνουν;....
Ας επιστρέψει και στην μάνα του
λίγο στοργή
αυτή!... Του την χρεώνω.
Dhjk © 08-05-2016
Dhimitër Kokaveshi

Κυριακή, 7 Μαΐου 2017

Ποίηση:<< ΙΧΝΗ >>Της Βασιλικής Δραγούνη

        

ΙΧΝΗ
Τις μεγάλες καλοκαιρινές νύχτες, όπου τίποτα δεν κινείται,   
παρά μια πανσέληνος στη χίμαιρα του ορίζοντα   
φωτίζοντας την υδρόγειο σφαίρα της εμπειρίας 
αναδεύοντας τη θάλασσα της μνήμης μπρος και πίσω
σκορπίζοντας υπαινιγμούς σε διαφανείς αβύσσους,
κοσκινίζω την άμμο της ιδιωτικής μου παραλίας
μαζεύοντας στο κουβαδάκι μου τα γυαλισμένα ίχνη της ύπαρξής μου 
ανοίγοντας σχισμές με τις παλάμες και αλιεύοντας ασημαντότητες 
από τις απαγορευμένες ζώνες της επιθυμίας
πριν προλάβουν να βυθιστούν στην κινούμενη άμμο της λήθης.
Τοπογραφώντας την προσωρινή μνήμη, με γυμνά ακροδάχτυλα μαζεύω
αυτά τα διάσπαρτα θραύσματα, που κοσμούν μια  κοινή ακτή.
Τίποτα εδώ δεν είναι αποκλειστικά δικό μου. Κάθε ζωή
προκύπτει από άλλες ζωές, κορυφές και συντριβές,
υποστηρίζοντας τον αιώνιο ρυθμό του απροσδιόριστου.

Βασιλική Δραγούνη


Σάββατο, 29 Απριλίου 2017

Η Παλαιότητα~ Του Χριστόφορου Τριάντη~



Η ΠΑΛΑΙΟΤΗΤΑ
Πραγματικά αυτή η χώρα ήταν άξια παρατήρησης. Κυριολεκτικά ήταν ένας  διαφορετικός τόπος.Ενώ σε όλον τον κόσμο λάτρευαν και υμνούσαν τη νεότητα,επενδύοντας δισεκατομμύρια στη διατήρησή της,εκεί πρόσεχαν τα γηρατειά.Καθετί που πάλιωνε,αποκτούσε μια άλλη ομορφιά, άξια βαθιάς προσήλωσης.
Εκτός από τις ρυτίδες στα πρόσωπα και τα λευκά μαλλιά,οι άνθρωποι αγαπούσαν:το ξύλο που πάλιωνε,τα γέρικα δέντρα,τους βράχους που φαγώνονταν από τις εποχές,τα παλιά παιχνίδια και ρούχα,όλα τα πράγματα που σμίλευε ο χρόνος και φανέρωνε την κρυφή ωραιότητά τους.Επίσης, ήταν χαρακτηριστικό ότι αρκετοί αντάλλασαν δώρα,κυρίως πολυκαιρισμένα αντικείμενα και βιβλία.Ήθελαν να υπάρχει γύρω τους η παρουσία όλων όσοι είχαν περάσει και άφησαν- έστω κι αγγίζοντας- το αποτύπωμά τους, σε τούτη τη γη. 

Τριάντης Χριστόφορος

(η φωτογραφία από:https://pixabay.com/el)

~Ένα ποίημα του Γιάννη Παρασκευόπουλου~

ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ

 ~Αναζήτηση~ 

 Εξαϋλώθηκαν τα συναισθήματα
 λες και δεν υπήρξαν ποτέ.

 Πέτρωσε η καρδιά
 παρά την θέρμης.

Βούρκωσε η σκέψη
 στο βάλτο της λησμονιάς. 

 Σε μια πικραμένη ανατολή
 έδυσε το φεγγάρι σου.

 Και συ μόνη περιπλανιέσαι
στα πέρατα του απείρου
 ψάχνοντας άλλα σύμπαντα.

 Παρασκευόπουλος Γιάννης 







Παρασκευή, 28 Απριλίου 2017

Χριστόφορος Τριάντης:~Παρατηρήσεις~


Ο πατέρας μου θεωρούσε ασήμαντο το γεγονός ότι σπαταλούσα τις ώρες μου γράφοντας.Πίστευε ότι μόνο η εργασία που είναι οικονομικά χρήσιμη,έχει αξία για τον άνθρωπο.Μάλιστα,έλεγε ότι ήμουν μη φυσιολογικός που ασχολιόμουν με τη συγγραφή.Άλλα δεν έδινα σημασία στις πατρικές παρατηρήσεις.Η γραφή μού προσέφερε ελευθερία,έστω εκείνες τις στιγμές που γέμιζα τα λευκά χαρτιά με λέξεις.Τολμούσα να‘μαι διαφορετικός,να μην ανήκω στο πλήθος που αιώνες εκτελεί τις ιδέες διαδρομές,έχοντας  έναν κοινό σκοπό,εύκολα κατευθυνόμενο.Μοχθούσα να παραμείνω αισθητικά οχυρωμένος.Αγωνιζόμουν να αντιπαλέψω τις μικροαστικές λογικές για φυσικά κι αφύσικα μεγέθη.Ιδιαίτερα,πολεμούσα τη γονική λογική να βρω δραστηριότητες που θα ενίσχυαν το οικογενειακό ταμείο και θα συντελούσαν στην επίτευξη …της κανονικότητας.

Χριστόφορος Τριάντης